Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ο Αναλλοίωτος


                                                     Για το φίλο μου Βαγγέλη

Πού είναι τα μαλλιά σου μακρυμάλλη;
ακάλυπτο έχει μείνει το μισό σου το κεφάλι
πού πήγε ο νεανικός σου ενθουσιασμός
πού πήγε η πόρωση; η ζάλη;
σε έκαμψαν καημένε τα χρόνια που περάσανε
σε τσάκισε φτωχέ η βιοπάλη...

ακούει και δε μιλά, δεν αποκρίνεται
μον΄σκέφτεται "Καλά, δεν ξέρουν
πως ειν΄το μέσα που μετρά;"
και πάλι...

βγάζει απ΄το πορτοφόλι μια φωτογραφία παλιά
κοιτά και βεβαιώνεται:
όπως ήτανε κάποτε αυτός - κι αυθεντικός! -
τώρα ειν' για μόδα οι άλλοι.

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Τη λύση βρήκα πάλι, ξανά σ' ένα μπουκάλι (με άλλον τρόπο αυτή τη φορά)


Μία φιάλη πλαστική
χωρητικότητος ημίσεως λίτρου
που είχα κενώσει βιαστικά
πίνοντας λαίμαργα
το αναψυκτικό περιεχόμενο της
και κράταγα στο χέρι μου
έτσι όπως περπατούσα
πλάι στη λεωφόρο
γυρίζοντας από την εργασία μου
Παρασκευή απόγευμα
τέλος της εβδομάδος
ή ώρα μόλις έξη μα βαθύ
γύρω σκοτάδι
προχωρημένος βλέπεις
μήνας Νοέμβριος
και ακόμα πιο δύσθυμο με έκανε αυτός
ο θόρυβος ο εκκωφαντικός
απ' τη διπλής κατεύθυνσης
και πολλαπλών λωρίδων
κυκλοφορίας αρτηρία
που κάθε λίγα δευτερόλεπτα
ιδαίτερα ενοχλητικές
έπαιρνε κορυφώσεις
κλάξον των οχημάτων
μοτέρ δικύκλων κι εξατμίσεις
μου ήρθε μια ιδέα και αφαίρεσα
κάπου φυλώντας το καπάκι
πλησίασα το στόμιο
του μπουκαλιού στ' αυτί μου
λες κι ήταν κάποιο όστρακο και έστρεψα
στο δρόμο τον πυθμένα
σχεδόν δεν πίστευα το θαύμα που έγινε
και πώς σαν ψέμμα έπιασε
το φτηνό μου κόλπο
έσβυσε όλος ο ορυμαγδός
και μετατράπηκε σε ένα βόμβο
απαλό, μονότονο
με λίγες μόνο διακυμάνσεις
ευχάριστο σχεδόν που θύμιζε
τον ήχο του αέρα από μισάνοιχτα παράθυρα
σαν τρέχεις με το αυτοκίνητο στην Εθνική Οδό
ή ότι ακούς σαν είσαι μέσα σε μία σύγχρονη
τραινάμαξα ταχεία
που καταπίνει τα χιλιόμετρα
στους κάμπους μίας προηγμένης
χώρας του Βορρά, της κεντρικής Ευρώπης
παράξενο ή ακόμα και γελοίο
θέαμα παρουσίαζα - το καταλάβαινα
αλλά δεν απομάκρυνα
τη φιάλη απ' τ΄αυτί μου
μέχρι που κάποια στιγμή
"έφυγα" εγώ κι άρχισα να φαντάζομαι
πως ταξιδεύω μακριά πολύ απ' την πόλη
για κάποια ξεχασμένη επαρχία
όπου και έφτανα
βαθιά μέσα στο βράδυ
και περπατώντας χωρίς να βλέπω σχεδόν τίποτα
μέσα από δρομάκια ολιγοφωτισμένα του χωριού
έφτανα στο κατάλυμα πού 'ταν κανονισμένο
όπου και έπεφτα για ύπνο κατ' ευθείαν
την άλλη μέρα όμως το πρωί
μια μέρα ξάστερη
λαμπρή, όμορφη μέρα
με μία κούπα στο χέρι αχνιστό καφέ
κοίταγα μέσα από τη τζαμαρία
απ' το μπαλκόνι, τη βεράντα ή την αυλή
πότε κατά τη μια μεριά
προς τις πευκόφυτες πλαγιές
και παρακάτω, στις υπώρειες
τα θαλερά τα θαμνοτόπια
και πότε προς την άλλη
στους κάμπους με τις συστοιχίες
τις ευλογημένες τις ελιές
ως και πιο πέρα ακόμα...
την τρανή, γαλάζια θάλασσα.

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Η ροή του χρόνου είναι ζήτημα προσέγγισης


Τη νέα ηλεκτρονική
κάρτα απεριορίστων διαδρομών
στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς
που έχει διάρκεια τριάντα ημερών
και πρόσφατα απέκτησα
και χρησιμοποιώ για πρώτο μήνα
σαν την πλησιάσεις στο μηχανισμό
ελέγχου της εισόδου
ακούγεται ένα ήχος (της ακύρωσης)
και εμφανίζεται σε μια μικρή οθόνη
το υπόλοιπο των ημερών ισχύος
κι είναι ένα νούμερο αυτό
που ιλλιγγιωδώς μειούται
δέκα έδειξε σήμερα
και χτες - νομίζω - εικοσιοκτώ πως ήταν
χτες όπως νομίζω, πως ήμουν στο στρατό
χτες που έπιασα δουλειά στην Εταιρία
χτες φοιτητής, χτες νεαρός
στα μπαρ, στα κλαμπ των Εξαρχείων
μα άσε λέω καλύτερα...
μην ταξιδεύει ο νους
σε αποθαρρυντικές τέτοιες αναλογίες
άσε καλύτερα το χρόνο να μετρά
μ' αυτή τη σοβαρή
αλλά ζεστή φωνή
που ανακοινώνει απ' τα μεγάφωνα:
"Επόμενος Σταθμός: Άνω Πατήσια".



Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Μισός αιώνας στα Εξάρχεια


Σάββατο, μέρα για μικροδουλειές
και για τα ψώνια της βδομάδας
σήμερα έχει και την ονομαστή
λαϊκή αγορά της γειτονιάς
αυτής της ίδιας γειτονιάς
εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα
όπου και ζω ακόμα
κατεβαίνω προς τα κει
που 'ναι τα μαγαζιά
γύρω απ' τη λάϊκή
και περπατώ στους δρόμους
αυτούς τους ίδιους δρόμους
και παρατηρώ, θολά και αμυδρά
(δε βλέπω πλέον δίχως τα γυαλιά μου)
τον εαυτό μου σε αντανάκλαση
στις τζαμαρίες των εισόδων των πολυκατοικιών
και τις βιτρίνες των καταστημάτων
όπου έχει μείνει επιφάνεια
καθαρή κι ακάλυπτη
απ' τις μπογιές, τα γκράφιτι, τα σπρέη
και από τις επάλληλες τις αφισοκολλήσεις...

έχει αλλάξει η γειτονιά

έχω κι εγώ αλλάξει.


Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Η κλεψύδρα που κλέβει


Κάθε που τελειώνει μία μέρα
της εργάσιμης βδομάδας
και ξαπλώνω στο κρεββάτι για τον ύπνο
η ίδια σκέψη έρχεται πάντα
"μα πώς είναι δυνατό;
σαν λίγο πριν μου φαίνεται
χθες βράδι πάλι το ίδιο που έκανα"
και αναρωτιέμαι
"πού πήγε η μέρα μου,
οι ώρες μου τί γίναν;"
και παρ' ότι καλά ξέρω
από πολλών ετών
πως είναι ο χρόνος μέγεθος
το πλέον σχετικό
δεν παύω να ταράζουμαι
και να στεναχωρούμαι
από αυτή την άχαρη απορία
που σαν το αγκάθι
σουβλίζει και τρυπά
το ενοχλητικό.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ιδιαίτερες έως ακραίες (σ)τάσεις καλλιτεχνικής προσωπικότητος, γαλλικής παιδείας, πολυταξιδεμένης και ιστοριομαθούς


Είμαι βλάχος, καννιμπάλ
λέτσος, λέρας και μπανάλ
καλλιτέχνις σουρεάλ
δεν εκθέτω στην Πιγκάλ
μα στο άγριο Τρανσβαάλ

ζήτω ο Ασσουρμπανιμπάλ!

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Αλλάζει ο άνθρωπος;


Για τον Γ.Σ. και τα ηλίθια αστεία, Οδός Μαυρομιχάλη, Νεάπολη - Εξάρχεια, Αθήνα, 26 και 28/10/'017

Και αν του γράφει γέλιο
ή βάσανο, μαράζι

μέτρο, σοβαρότητα
ή χάχανο και χάζι

θέατρο και ψέμματα
ή αλήθεια και ας σφάζει

έξεις αθεράπευτες
θέληση που δαμάζει

δισταγμό και φρένο
ή θάρρος κι όλο γκάζι

σκοτάδι που κυκλώνει
ή μέρα που χαράζει

ήλιο προβλέπει κι έρχεται
κρύο μελετάει, χαλάζι

πέλαγο άπλετο, ανοιχτό
στενούρα και μπουγάζι

σκαρί που σκίζει το νερό
βάρκα τρύπια που μπάζει

να προχωρά , να εργάζεται
να κάθεται, ν' αράζει

να φέρνει αποτελέσματα
χίμαιρες να φαντάζει

να πέφτει, να σηκώνεται
να κλαίει, ν' αναστενάζει

να υπομονεύει, να φρονεί
να χάνεται, ν' αδειάζει

να λύνει τα προβλήματα
αναβολές να βάζει

ν' ανοίγει, να εισδύεται
να κλείνει και να φράζει

να κάνει ότι υπόσχεται
τον ουρανό να τάζει

με λίγα λόγια καθαρά
τη σκέψη του εκφράζει

να υπεκφεύγει, να φλυαρεί
να σκούζει, να φωνάζει

ψύχραιμα πάντα ν' αντιδρά
με όλα να τρομάζει

με σύνεση να οικοδομεί
πρόχειρα να σωριάζει

στέργει για να κουράζεται
καθετί τον κουράζει

ήσυχα όλο να μιλά
ν' ακκίζεται, να κράζει

να μη χωράει πουθενά
σε όλα να ταιριάζει

εκλεκτικά να δέχεται
ή ό,τι βρει να αρπάζει

αλόγιστα να χύνεται
ή με φειδώ να στάζει

κομμάτια ενώνει και κολλά
διαλύει, θραύει, σπάζει

σκέπτεται τις συνέπειες
το αύριο δεν τον νοιάζει

τους φόβους του κατανικά
το πιο μικρό τον σκιάζει

...

τα ξέρει τα ελαττώματα
αγανακτεί και βράζει

και όλο λέει "να κάνω αλλιώς"
μα ο άνθρωπος  δεν αλλάζει.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Η πόλη των δρομέων


Οδός Βατάτζη και Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Παναθήναια - Νεάπολη, Αθήνα, 15/11/'017

Αυτή η πόλη έχει εσχάτως αποκτήσει
μια τάση έντονη
μια εμμονή μπορεί κανείς να πει
με τον αθλητισμό
όποιον και να ρωτήσεις τί γίνεται, τί κάνει
σου απαντάνε όλοι
με την ίδια στερεότυπη επωδό:
"τρέξιμο, πολύ τρέξιμο!".

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Ξανάγινα παιδί


Βρέθηκα στην πλατεία Ομονοίας
σήμερα το πρωί
την ώρα που ετοιμαζόμουν
να κατέβω στον υπόγειο
να πάρω τον ηλεκτρικό
για να μεταβώ σε μία άλλη στάση
κοντά όπου είχα μία υπόθεση
της εργασίας μου
ένοιωσα αίφνης κάτι παράξενο
κάπως όλα γύρω να αλλάζουν
μα και ίδια σχεδόν να παραμένουν
σε αυτό το μέρος, το γνώριμο από παλιά
τα βήματα μου είδα να κονταίνουν
το σώμα μου να χαμηλώνει
κι όπως έχανα ύψος
το χέρι μου στο πλάι σηκωνόταν
ένα λεπτό χεράκι παιδικό
με το άκρο του κρυμμένο
μέσα σε μια παλάμη που το βάσταγε
έστρεψε το βλέμμα κι είδα δίπλα μου
να περπατά η μάνα μου.


Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Η τελευταία ακύρωση


Το τελευταίο χάρτινο εισητήριο
εισχώρησα απόψε στο μηχάνημα το ακυρωτικό
το μέσον: Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος
ο σταθμός επιβιβάσεως: Ειρήνη
η ώρα: έξι και πέντε λεπτά, μετά μεσημβρίαν
από αύριο το παρελθόν σταματά, ανασχέεται
το μέλλον επελαύνει και προμηνύεται λαμπρό
σύγχρονο, τεχνολογικό
με εισητήριο ηλεκτρονικό

στη διαδρομή ως τα Άνω Πατήσια
είχα σκαρώσει το στιχούργημα αυτό.

βλ. και: εδώ

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Χάμπεας Κόρπους


Θά 'χει αδειάσει το τελεφτέο μπουκάλι
και θά 'ναι πέρα πεταμένο το πώμα
φύγαν' από ώρα όλοι απ' το σπίτι
ψυχή δε θά 'ναι στο δώμα
και νόημα πια δε θα υπάρχει κανένα
αν είναι στέρφα η γης μ΄άγονο χώμα
τουλάχιστον ας μην ήταν τα ύστατα
παρακάλια και κλάματα για "λίγο ακόμα"
δια βίου επιθύμησε ρωμαλέο να διέθετε
τούτο που κείται στο πάτωμα τ' άχαρο σώμα
ακούσια έχουν τρέξει υγρά
το χώρο πνίγει η βρώμα
διπλωμένα τα μέλη σε γωνίες παράδοξες
κι ένα μακάβριο, ορθάνοιχτο στόμα

"Βρε να σου πετύχει δουλειά"
θα γκρινιάζουν οι υπάλληλοι
καθώς αποσύρουν το πτώμα.

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Χάι βόλτατζ


Σα μάβρο φίδι τεράστιο
ανεκδιήγητου μήκους
ξαπλώνει το πελώριο σώμα του
νωχελικά στο βυθό
έχει καλό καμουφλάζ
παίρνει το χρώμα της άμμου
των πετρών και των θαλάσσιων χόρτων
μα νοιώθεις την κεκαλυμμένη απειλή
καθώς προχωρά και εκτείνεται
το καλώδιο υψηλής τάσεως
από αυτή τη μικρή παραλία
του χωρίου Άγιος Νικόλαος
της χερσονήσου των Μεθάνων
έως το απέναντι Αγκίστρι.

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Άλλη μια απώλεια


Πόσο στεναχωρήθηκα σήμερα το πρωί
στα χέρια μου έγινε μέσα σε μια στιγμή
τόσο καιρό μαζί μου ήταν πολύ
τη βρήκα με τις άλλες, την παρέα της
στο σπίτι το παλιό
υπήρχανε σ΄αυτό πριν από μένα
οχτώ χρόνια έμεινα εκεί
την έφερα, όλες τις έφερα, στο νέο σπίτι
και ζω έξι χρόνια εδώ
σύνολο δεκατέσσερα
και πόσα άραγε πιο πίσω; πλήρης ημερών!
Δεν είναι αυτό δικαιολογία!
λέω στον εαυτό μου
ίσα ίσα εύθραυστη που ήτανε
έπρεπε να προσέχεις
πάει τώρα, αυτό έγινε
ειρήνη ημίν, αμήν
τα μάτια σου στο εξής
στις λιγοστές εναπομείνασες
τί; μα ναι, και βέβαια
συνεχίζεται η ζωή
η ζωή που όσο περνούν τα χρόνια
γεμίζει με απώλειες, μα...
έχει και πράγματα καλά
ευχάριστες εκπλήξεις
κόλπα απίθανα κι εφφέ...

Μού ΄σπασε η κούπα του καφέ.


Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Ένα ακόμα θλιβερό υποκατάστατο


Το ηλεκτρονιγάρο
πολύ γελοίον είναι
ανάβει με τραντζίστορ
και της φωτιάς τελείωσε
το παλιό πάρε δίνε

λυχνίες, λάμπες έχει
αστράφτει και φαντάζει
και πού 'ναι στο σκοτάδι
η πυρωμένη κάφτρα που
καλή ελπίδα μοιάζει

μα πιο σπουδαίο σίγουρα
που δε μπορεί - του κάκου
τη γεύση και το άρωμα
τα φίνα, του καιόμενου
να δώσει του ταμπάκου.

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;»


Από το τραγούδι "Don't start me on the liquor" από το 1994, του αμερικανικού συγκροτήματος Violent Femmes, συνθέτης - στιχουργός: Gordon Ganno, το τραγούδι στο σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=xMwGBr4QZKY&list=RDxMwGBr4QZKY , οι στίχοι: https://www.azlyrics.com/lyrics/violentfemmes/dontstartmeontheliquor.html, μετάφραση: Χ.Δ.Τ. 

Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;»
Όλο σκέτο θα το πιω
Και θα ευχηθώ αγάπη
Μα πίνω πιο πολύ

Όταν κάποιον μισώ
Μεγάλωσα πια και πονάω
Σκούριασε η μηχανή
Λες ξανά να ξημερώσει

Και ο ήλιος να φανεί;
Κι όλο πίνω άσπρο πάτο
Και το πάω όλο κάτω
Και θα ευχηθώ ζωή

Μα πίνω πιο πολύ
Ο Δαίμονας σαν με καλεί
Γι αυτό όλο πίνω, πίνω, πίνω
Προσοχή στα καλέσματα μη δίνω

Ούτε σπίτι έχω ούτε ελπίδα
Συντροφιά ούτε πατρίδα
Ατέλειωτες κρύες νύχτες τρόμου
Μέρες όλο μοναξιά

Τίποτα δεν έχει μείνει πια
Μα δεν ήξερα για την αρρώστια
Που γίνεται όλο πιο βαριά
Παλιάτσος είναι με δρεπάνι

Και χωρίς καρδιά
Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;»
Άλλο δεν έχω για να πω
Λίγα λεφτά που είχα

Όλα τά ‘κανα καπνό
Μουρμουρίζω «Ω! Χριστέ μου!»
Ντροπιασμένος το κεφάλι μου κρεμάω
Κι όλο προσπαθώ μα

Μεγάλωσα πια και πονάω
Μην
Μην αρχίσεις
Μην αρχίσεις πάλι

Μην αρχίσεις πάλι, μη
Μην αρχίσεις πάλι, όχι
Μην αρχίσεις «πάλι πίνεις;» 

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Εγώ ειμίν


Απωλολότο ερίφιο
σε σαστισμένο δρόμο
πλάσμα χαμένο του Θεού
έμπλεο από τρόμο

ψάχνει να βρει καταφυγή
φιλεύσπλαχνο Ποιμένα
βαρκούλα πού 'χει τσακισθεί
γυρεύει το λιμένα.

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Ο μπερδεμένος συχωρεμένος


Μια ποιητική συλλογή
και ένα μυθιστόρημα
φορητά μες στο σακκίδιο
για ανάγνωση στα μέσα
μαζικής μεταφοράς
στα τρένα, στα λεωφορεία
ενίοτε σ΄αεροπλάνα και σε πλοία
καθώς και στις αναμονές
στις στάσεις, τους σταθμούς
καθώς και τους λιμένες αυτών
ή όπου αλλού τύχει
κι ένα ζεύγος αντίστοιχο
στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεββάτι
για χρήση μετά την κατάκλιση το βράδυ
ή κατόπιν της εγέρσεως το πρωί
μαζί και κάποιες επίτομες
θεματικές εγκυκλοπαίδειες
δοκίμια, σύμμεικτα τοπολογικά
λαογραφικά και τέτοια
λίγο απ’ τό ‘να, λίγο απ’ τ΄άλλο
σε βάση καθημερινή επί δεκαετίες...

Σα να ακούω στα αυτιά μου
την  - όλο πάγο, φωτιά καμμία –
του καθαρολόγου, του πουρίστα τη φωνή:
«Εμ, θα τα κάνεις καημένε αχταρμά
τον λυρικό, τον κλασσικό, τον μέγιστο
με τον φτηνό, τον λαϊκό τον στιχοπλόκο θα μπερδέψεις
και τον πυλώνα της λογοτεχνίας της παγκόσμιας
το έργο σταθμό, το αριστούργημα
με το χυδαίο αστυνομικό, το καουμπόικο
τα αποκυήματα καθεμιανού της φαντασίας
των χαμηλών ενστίχτων το ανάγνωσμα
στο τέλος θα τα μπλέξεις...»

Και πιάνω να φαντάζομαι...
καλά λέει που θά ‘τανε
να ακουγότανε Μετά
μια άλλη φωνή που να αποφαίνεται:
«Του άρεσαν του μακαρίτη διάφορα
μα ιδιαίτερα οι λέξεις».


Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Πνίγο...


Θρίβομαι
Φρύγομαι
Στύβομαι
Σκύβομαι
Θλίβομαι
Λήγομαι
Κρύβομαι
.....μαι.

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Αναρώτημα Οκτωβρίου


Βρέχει συχνά
κρύωσ’ ο καιρός
και χάνεται το φως
μετά το μεσημέρι
πώς έγινε αυτό;
αναρωτιέμαι καθώς κοιτώ
σε μια γωνιά αφημένο
το σάκκο της θαλάσσης
με το στρώμα, την πετσέτα
τη μάσκα, το μαγιώ, το αντηλιακό
πότε έγινε αυτό;

Χτες ήταν καλοκαίρι.


Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Η κούρσα


Όπου νά ΄ναι θα πάω
βόλτα με κούρσα
αστραφτερή και μεγάλη
θα διανύσει σύντομη διαδρομή
και ξέρω πού θα με βγάλει
διθέσια μόλις μα πίσω
πολύ άνετοι οι χώροι
θα κινείται αργά και θα έπονται
κάποιοι λίγοι οδοιπόροι
οι οδηγοί σοβαροί
και σκούρα ντυμένοι
και - τί ωραία! - με άνθη
παντού θά 'ν' στολισμένη.


Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο λυρισμός του χειμωνιάτικου Αυγούστου


Εγώ είμαι το ον το ανυπέρβλητο
το πλουμιστό, το συρφετό, ο χαμαιλέφας
ορδές με κυνηγάνε λυσσωδώς
έως τα σύνορα της επικρατορίας
διαφεύγω με τρυκ
χύνω μελάνι, τρώω τα ψίχουλα
οι ιχνηλάτες οδηγούνται σε απογνώσεις
έχει σκοτάδι, έχουν παυθεί
από τις υπηρεσίες τους οι φρικτορύχοι
μα να πεις είχε και νέα;
συμβάντα μηδέν
οι γυναίκες γεννούν
οι άντρες παχαίνουν
ξαπλωτοί ροφούνε ηδύποτα
και μυρωδάτα καπνίζουν ταμπάκα
από μακριές πήλινες πίπες
αναστενάζουν κάθε τόσο «Αφερίμ»
μα στα μέρη αυτά
δεν έχει ακούσει κανείς
για του Θεού τον Προφήτη
σύγνωση απόστασης
φιλία με δόλο
αισθάνομαι πόρρω καλύτερος
απ’ όλους αυτούς τους χωριάτες
θέλω να τους φτύσω κατάμουτρα
αφού πριν τους βατέψω τις κόρες
η καθηγήτρια που δίδασκε τσέμπαλο
μου υποσχέθηκε να μου δείξει κορνέτα
εφιαλτικό υποβρύχιο
σεσημασμένο πριόνι
φονικό στιλβωτήριο
ποντοπόρο σαμάρι
σηκώνω σιγά – σιγά επανάσταση
θα αιφνιδιαστούν ένας κι ένας
ησυχία που έχει!
μέχρι κι οι δεκαοχτούρες έχουν σωπάσει
και τα βράδια δεν αλυχτούνε οι ύαινες
απελπισία τις δέρνει
κάθε νύχτα σχεδόν νηστικές
όλοι βλέπεις πια φύγανε
οι αειθαλείς τυμβωσυλλήτες
κάτι πρέπει να γίνει στον τόπο αυτόν
όπου μοιάζει σαν ακίνητη λίμνη
πλοία κουρσάρων να έρθουνε από το βουνό
κοσμοναύτες να βγούν απ’ τη στέρνα
ως και τα πρόβατα σταβλίζονται μόνα τους
και σταδιακά μαθαίνουν φλογέρα
φωτιά ν’ ανάψει
να στηθεί ο καυγάς
βεδουΐνοι να σκαλίζουνε άρπες
και τρεις γέροι μπρος από ενενήντα χρονώ
να είναι οι μαιτρ στις φωτοβολίδες
ο Βενιαμίν Γολιάθ νά ‘ναι όνομα
ο Σαμψών Δαλιδάς κι αυτό νά ‘ναι
ο Ιούλιος Βρούτος νά ‘ναι κι αυτό
κι ο Μωάμεθ Ιησούς νά ‘ναι επίσης
δε θα μείνει πολύ έτσι, τ’ ακούς;
οι δυνάμεις θα επέμβουν της φύσης
ένας κολοσσιαίος κατανταπολιμός
και σεισμός είκοσι Ρίχτερ
πλίνθος επί κεράμω δε θα μείνει ουδείς
αλί τρισαλί πυρί γαία μιχθήτω
«βόηθα!» θα ουρλιάζουνε τρανέ Τουταγχαμών
και «βάλε το χέρι σου Άη Νικόλα»
κι εγώ θα γελώ από μία γωνιά
καθώς θα τηγανίζω μαρίδες
που θα απιθώνω σε απλάδες κοφτερές
για ριψοκίνδυνους εκλεκτούς συνδαιτημόνες
που θα προσέρχονται ξυπόλητοι μεν
αλλά με περισπούδαστα φράκα
και τρώγοντας μ’  όρεξη
θα κάνουν όλο «Ον! Ον! Ον! Ον!»
που ένας Θεός ξέρει τί να σημαίνει
κρίνοντας όμως από το γεγονός
πως στα πιάτα μόνο θα μείνουνε κόκκαλα
η μαγειρική μου πρέπει νά ΄κανε θραύση
ελπίζω να επωφεληθώ λίαν σύντομα
και σε θέση καλή κάποιος να με διορίσει
με σπουδαίο μισθό
και γραφείο στιλπνό
και προαγωγές τακτικές και ταχείες
είμαι βλέπετε έτοιμος για μεγάλη ζωή
δουξ τουλάχιστον και μάλλον βέβαια πρίγκηψ
θα ζητήσω παλλακίδες πολλές
και ανά τις εποχές από ένα χαρέμι
θα ταξιδέψω στα πέρατα
θα διατηρώ οικόσιτα τέρατα
που θα εξημερώνω με οίστρο
θα πλαισιώνομαι από ετερόκλητα μίγματα
απαρτιζόμενα από στείρα ντουέτα
δεν έχω χρόνο - το ξέρω - για όνειρα
γι αυτό και με σύστημα αρχίζω
θα ενοικιάσω πρώτα ένα παγοθραυστικό
και θα μισθώσω μισό κοπάδι καμήλες
που θά ‘ναι όλες ημίαιμες
μα θα γνωρίζουνε κόλπα και γρίφους
δε νομίζω να επεκταθώ και στο διάστημα
το θεωρώ βαρετό, τετριμμένο
α! μια και είπα αυτό: να γνωρίζετε
τρέφομαι μόνο με μακαρόνι χοντρό
κι από πάνω τυρί πολύ άσπρο τριμμένο
οινοπνευματώδη δεν πίνω μα αρέσκομαι
κάθε τόσο να μεθώ με παρέα
ααα! τί κέφι τότε που γίνεται
και πόσο περνούμε ωραία
μας σιγοντάρουν κροκόδειλοι
μας διασκεδάζει μια ορχήστρα με ράφτες
καρεκλοκένταυρο έναν κάποτε που είπανε
κι έγινε φασαρία μεγάλη
σκορπίσαν τα μπωλ τα φυστίκια πιστάκιο
και τα πιο πολλά φτερά τους χάσαν οι παπαγάλοι
οι γυναίκες ουρλιάζαν
οι γραίες εδέρνονταν
γοερά έκλαιγε κάθε χαμίνι
ιερεύς λοιπόν κι εγώ μασκαρεύτηκα
και με φωνή δυνατή «Αδελφοί!»
τους έλεγα, «Αδελφοί μου, Ειρήνη!»
αλίμονο δεν εισακούστηκα
στις περιπτώσεις αυτές
η εμπλοκή προσιτή θα κορώσει
αντίδοτα δε θά ‘χει κανείς
ούτε σουτιέν ή κινίνο
κι εγώ συλλογίζομαι:
βρε τί μπελάς και τί μπλέξιμο;
ώρα μήπως λες να του δίνω;
φράξε με λίγο, τόση αγάπη σου έδειξα
και μοιάζω όπως λες με το Φοίβο
μα για ανταπόδωση συ με ανάγκαζες
κάθε μέρα πιπέρι να τρίβω
μια παρωπίδα εκλιπαρούσε δεξιόστροφα
γονυπετής, κλινήρης, αβέρτη
δεκαετίες το μαράζι μου ήσουνα
το φριχτό το σαράκι, το ντέρτι
το αίμα μου πίσω θα πάρω με ανήλεα μαρτύρια
που θα σου κάνω μ’ ένα πλισέ κλαδευτήρι
το κορμί μου αν ζητάς να σου δώσω δεν πρόκειται
να σου κάνω ποτέ το χατήρι
βάλε μου πάλι θα λες όλο αναίσχυντα
μέσα μου το φαλλό σου υπερόπτη
μα εγώ πιο βαθιά θα σε κόβω ανυπόληπτη
μ’ ένα στραβό ιογενή νυχοκόπτη
καιόμενος ως εν αρμάτι Φαέθωνας 
θα λάμπω σ’ όλη την παραλία
χωρίς στιγμή να διστάσω σκεπτόμενος
ποιός θα ‘ρθεί στη βαρετή μου κηδεία
μέρες και νύχτες συγκέντρωνατε δρέπανα
με τις γλώσσες σας σα γυαλόχαρτα φίνες
μην ακούτε τί λένε,  δε γνωρίζουνε τίποτα
το καλύτερο μέλι το βγάζουν κηφήνες
ω! ας τελειώνει πια τούτο το παραλήρημα
ο σαλός οχετός πια ας σώσει
και αν άλλος έχει χειρότερο
ε να! ας κοπιάσει να δώσει.

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Δίπλα στο λάδι και το ξύδι


Έφθασα στο επαρχιακό, εξοχικό σπίτι
όπου συχνά εφιλοξενούμην
για παραθερισμό, στις διακοπές
ξεκλείδωσα, εισήλθα
άνοιξα τζάμια και πατζούρια
ν΄αεριστεί ο χώρος και να μπει φως
ενεργοποίησα την παροχή νερού και ρεύματος
άναψα το ψυγείο
έβαλα σε μια άκρη τις αποσκευές
έβγαλα ορισμένα ενδύματα και κρέμασα
ύστερα τα είδη του μπάνιου, τις πετσέτες
έστρωσα το κρεβάτι έπειτα
και πήγα ως την κουζίνα
να αποθέσω εκεί τα λιγοστά χρειώδη
όπου είχα αγοράσει
καφέ δύο λογιών, νερό εμφιαλωμένο
παξιμάδια κι ένα βαζάκι γλυκό του κουταλιού
καθώς τακτοποιούσα το λοιπόν
διακριτικά σε μια γωνιά
παρατήρησα εκεί δίπλα
στον πάγκο της κουζίνας παρατεταγμένα
ένα μπουκάλι λάδι
δύο διάφανα δοχεία με ελιές
το ένα μαύρες, το άλλο πράσινες
και ένα  δοχείο με τουρσιά
κι ένα μπουκάλι ακόμα, αυτό ξύδι και...
τί νά ‘τανε Αυτό;
λάθος να γίνει δε μπορούσε
σ’ ένα μπουκάλι πλαστικό
άλλοτε του νερού
χωρητικότητος ενός και ημίσεως λίτρου
με χρώμα σκουροκόκκινο, μαύρο σχεδόν...
το σήκωσα με το χέρι και αισθάνθηκα
το βάρος του υπολογίσιμο
την επαρκή, χορταστική ποσότητα
έλεγξα το καπάκι, δοκίμασα προσεκτικά
δεν ήταν σφραγισμένο!
και με αργές κινήσεις το άνοιξα
το θείο άρωμα πλημμύρισε το χώρο
μα δε μου έφτανε αυτό
στη μύτη το πλησίασα και ρούφηξα
αχόρταγα τη μυρωδιά
των φρούτων που χιλιάδες χρόνια τώρα
οι άνθρωποι καλλιεργούν και κατεργάζονται
για να παράξουν το ευλογημένο αποτέλεσμα
μύριζα και μύριζα
γέμισε η ρινική κοιλότητα
το στόμα, τα πνευμόνια, η ψυχή
το σώμα, το μυαλό, το είναι γέμισε
με θεία ευωδία
και την ανάμνηση πια τώρα
της ζηλευτής του επενέργειας
κι αν ήταν σκέφτηκα εδώ
τίποτα γευσιγνώστες, τίποτα ειδήμονες
θα άρχιζαν να λεν
για ποικιλίες ορεινές ή πεδινές
για ονομασίες προελεύσεως
για πρώιμη ή όψιμη κοπή
για άνυδρη χρονιά ή με βροχές
και για τα σκεύη της παλαίωσης
και το έτος εσοδείας
για γεύσεις κι επιγεύσεις, αποχρώσεις
και άλλα ένα σωρό που μου ήτανε
αδιάφορα συλλήβδην
καθώς εμένα ενδιαφέρον μόνο μου
ό,τι κρυβόταν από πίσω
στο βάθος, στο επίκεντρο
Εκείνο, Αυτό, το Ένα
το Μάγο, το Ουσιαστικό, το Ανυπέρβλητο
εκείνο που όλα σου τα δίνει αμέσως, δια μιας
(κι ύστερα βέβαια, προοδευτικά
πίσω στα παίρνει όλα
μα τείνεις να ξεχνάς αυτό
και να θυμάσαι τ΄άλλο)
που σε γεμίζει με χαρά
αισιοδοξία, δύναμη
τάλλαντα, απαράμιλλα
και στυλ και γοητεία
και δίνει χρώματα και διώχνει μακριά
τις λύπες, τη μαβρίλα
και ήρωα σε κάνει
ή μάλλον ακόλουθο σε θέλει
πες ίσως και υποτελή
μα εγώ προθύμως
την άκρη του μανδύα του
στο μέτωπο ακουμπώ
και ασπασμούς στα πόδια όλο του δίνω
δεμένος στο άρμα του
ταγμένος δια παντός
και όλο κάτι παύσεις κάνω
κάτι διακοπές
σαν τώρα καλή ώρα λίγοι μήνες
μα πού ακούστηκε βεβαίως
μία για πάντα, δια βίου αποχή
λες κι είναι κάτι άλλο
σαν κάτι χα! ανώτερο
που να μπορεί να δώσει
στο βίο νόημα, στο καθετί πνοή.

Είμα ένα τέταρτο εκεί
όρθιος στην ίδια στάση
με τη μύτη κολλημένη
Εισπνοή! Εισπνοή!

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Κάθε φορά


Όλα τα σημάδια του καλού Θεού
ενάντια στη σκοτούρα τη μάβρη του Κακού
με έκπληξη τα δέχομαι, κάθε φορά σαστίζω
κι όλο στον εαυτό μου του λέω, του θυμίζω
μην κάμπτεσαι, μη χάνεσαι, πίστευε, αγωνίσου
για όσο είναι γραμμένο υπόλοιπο ζωής σου

κι ευγνωμονών απέραντα
εις προς τα άνω θρώσκω
μα πιο ύστερα – αλίμονο – ξεχνώ
πάλι στα σκότη βόσκω.


Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Ανταπόκριση Αυγούστου


Γεια σου, είμαι καλά
και ωραία περνώ
όμως ώρες ώρες μου λείπεις
ιδίως τα βράδια
τότε λιγάκι μελαγχολώ
έως και κάποια θλίψη με πιάνει
το ξέρεις δα πως δε μ’ αρέσει
να τρώω μοναχός
πάω συνέχεια στην κυρία Μαρία
τί καλή που είναι και ευγενική
κι ότι κάνει νόστιμο τόσο
ακόμα κι η σαλάτα, το ψωμί
χτες έφαγα κεφτεδάκια
προχτές σαρδέλα ψιλή
γλυκός ειν’ ο καιρός
μα που και που βάζει μελτέμια
κάνω μπάνια αλλά
όχι με τη συννεφιά
κάθε φορά σε διαφορετική παραλία
κοιμάμαι γύρω στις δώδεκα
ξυπνάω στις οχτώ
άλλοτε πίνω στο σπίτι καφέ
και βγαίνω το μεσημέρι
άλλοτε πάω από νωρίς στο λιμάνι
σήμερα πρόλαβα και τα ψαράδικα
που σ’ αρέσει να βλέπεις καΐκια
με τον κόσμο να ψωνίζει τα διάφορα
αξιοπερίεργα ψάρια
γύρισα τις προάλλες με τ’ αμάξι πολύ
παντού σ’ όλον τον τόπο
σε κάθε δευτερεύοντα δρόμο έμπαινα εκεί
σε πολλούς είχα πάει ξανά
σχεδόν όλοι σταματούν γρήγορα ή αργά
σε χωράφια που δεν πια
καλλιεργούνται εκτός από λίγα
ωστόσο δυο μέρη δεν τά ΄ξερα
και έχουν σημεία με εξαίρετη θέα
με κιόσκια στημένα στα ξάγναντα
που τώρα έχουνε όμως
σχεδόν τελείως γκρεμίσει
εγκαταλείπονται όλα λίγο λίγο εδώ
μα είναι στοιχείο κι αυτό
της γοητείας του μέρους
έπιασα φιλίες μ’ ένα ψαρά
πού ‘χει πόστο με το καλάμι του
όλη μέρα σχεδόν
στην αρχή της προβλήτας
τριάντα χρόνια μου είπε πως έρχεται
κάθομαι κανά τέταρτο κει
και κοιτάζω τί κάνει
θυμάμαι κι εγώ όταν ψάρευα
τα λέμε λιγάκι
ύστερα φεύγω, πάω στο καφέ
πίνω είναι η αλήθεια καφέδες πολλούς
και καπνίζω αρκετά, δε βαριέσαι
αφού είμαι σε διακοπές
(αλλά οινόπνευμα δεν πίνω καθόλου)
τρέφομαι πιστεύω καλά
για παράδειγμα με πολλά φρέσκα φρούτα
έχει σύκα παντού
που δεν τα μαζεύει κανείς
χρόνια είχα τόσα να φάω και μάλιστα
βρήκα και άγρια αχλάδια
έχουν μια υφή αλλιώτικη, αψιά
αλλά η γεύση τους είναι ιδιαίτερη, φίνα
μύγδαλα επίσης που με
πέτρες τα σπάω και να
καταναλώνω πασχίζω
όπως μου έχεις πει
νερό άφθονο και συνεχώς
πεζοπορώ και γυμνάζομαι
έκανα και τις εξετάσεις μου
σχετικά βγήκαν καλές
μια απ’ τις μέρες αυτές
λέω να πάω στην Ύδρα
και μετά σε μια ορεινή διαδρομή
γι αυτήν όπου βρήκα μια περιγραφή
στο γνωστό οδηγό
που συμβουλεύομαι χρόνια
βιβλία διαβάζω ταυτόχρονα – όπως κι εσύ –
τρία την περίοδο αυτή
ένα τόμο απάντων ποιήματα
ένα τεράστιο αστυνομικό μυθιστόρημα
και ένα αφιέρωμα
στην ιδιαίτερη μου πατρίδα
όλο κάτι γράφω κάθε μέρα σχεδόν
κι ύστερα τα δακτυλογραφώ
σ΄αυτόν το παμπάλαιο
υπολογιστή πού ‘χω ακόμα
βγάζω φωτογραφίες για τις συλλλογές
μαζεύω και βότσαλα
προσέχω το σπίτι
ωραία που είναι εδώ!...
τυχεροί που βρήκαμε είμαστε
αυτή τη γωνιά
να ‘ρχόμαστε θέλω πολλά
καλοκαίρια ακόμα
σε λίγες μέρες γυρίζω ξανά
κι από κοντά θα τα πούμε καλή μου.

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Η απόχρωση

Αγαπητοί αναγνώστες, φίλοι και επισκέπτες, το ιστολόγιο έχει σήμερα επέτειο 10 ετών από την ίδρυση του. Σας ευχαριστούμε και ευχόμαστε και εις άλλα με υγεία.

Το διάλεξα επίτηδες ιδιαίτερο
με μια απόχρωση βαθέος ερυθρού
σε ανάμιξη με ένα εκτυφλωτικό πορτοκαλί
μαλακό στην αφή, απαλό στο άγγιγμα
με μια βελούδινη υφή
εύχρηστο, εύκαμπτο, ευέλικτο
αλήθεια μου άρεσε πολύ
κι αντίθεση όμορφη που κάνανε
οι επάλληλες του τυλιγάδες
στις οργιαστικές ανάμεσα
πυκνές τις πρασινάδες

Πρόθυμο στην αρχή και πιστό
για τον κοινό σκοπό
μαζί μου να πασχίζει
πειθήνιο τις κινήσεις μου
αυτό ακολουθούσε και μάλιστα
σημαντικά με διευκόλυνε - τόσο χαιρόμουν!
πόσο φτουράει η δουλειά σκεφτόμουν
και πόσο γίνεται ευχάριστα
όποιος με βλέπει τώρα
σίγουρα πρέπει να επικροτεί
και - ίσως με φθόνο - να με μακαρίζει
μα λίγο – λίγο αρχίσαν τα προβλήματα
μάγκωνε, έστριβε
αντιστεκόταν κάθε δυο και τρεις
και σε χίλιες μεριές έπιανε να τσακίζει
αντί να με βοηθά κατέληξε
πλέον να με εμποδίζει
ειλικρινά δεν τον καταλαβαίνω
τον τρόπο τον εριστικό
το πείσμα το σαδιστικό
λες κι έχει κάποια
μαζί μου προηγούμενα
και θέλει τόσο να με εκνευρίζει
πώς είπατε;... σα να ακούτε είναι
που έχει αρχίζει να μου τη σφυρίζει;
τη βίδα που λασκάρει την ακούτε οπού τρίζει;

Κι εγώ σας λέω είναι ένα τέρας που με ταλαιπωρεί
με αγανακτεί, άνευ ελέους με ταλανίζει...
το λάστιχο ποτίσματος μισώ
ότι φριχτά με βασανίζει.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Οι πρώτοι του πλανήτη κάτοικοι


Παραλία Ιεράς Μονής Παναγίας Πολεμάρχας, παλαιά Επίδαυρος, Αργολίδα, 25/7/'017
Σε ευχαριστώ Άνε για το μίνι στυλό που βρήκα στον ελβετικό σουγιά σου (δεν είχα πάρει μαζί μου κανονικό) και που με τούτο λοιπόν το μικρό στυλουδάκι έγραψα:

Μέσα απ΄την τρύπα της πετρούλας
εις της θαλάσσης το νερό μέσα όπου μάζεψα
για να την κάνω κάποιο διακόσμημα
ή για άλλη λειτουργία χρηστική
μέσα απ' την τρύπα λοιπόν της πετρούλας
είδα την άκρη μιας φατσούλας
και δυο κατάμαυρα μικρούτσικα ματάκια...
κούνησα δυνατά, ξέπλυνα μήπως φύγει, μα τίποτα
κολλημένο ίσως εκεί με κάποια βεντούζα
πλάσμα ασπόνδυλο, αρχέγονο ον
ίδιο, απαράλλαχτο εδώ και χρόνια αμέτρητα
ο πρώτος πρόγονος του πρέπει να εμφανίστηκε στη γη
λίγο μετά του σύμπαντος τη δημιουργία
που καθώς λέει η θεωρία έγινε
μ' ένα μεγάλο μπουμ
εγώ πάντως πίσω την πέτρα πέταξα
μες στο νερό και πέφτοντας
τί ηχηρό που έκανε μπλουμ!

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Τόσο κέντρο και πάνω και κάτω


Τόσο στενή που τόνιζε τα ευμεγέθη στήθη
τόσο λεπτή που ανάδειχνε τους τορνευτούς γλουτούς
τη μέρα αυτή κάθε χρονιά ο νους μου εκεί θα πέσει
σ' εκείνη την αξέχαστη νεανική σου μέση.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο ύμνος του clochard που συναντούσα


Ούτε κρύο, ούτε ζέστη
καλοκαίρι ή χειμώνα
μήτε ξεχωρίζει καν
και ολοχρονίς φοράει
ένα λερό χοντρό μπουφάν

Γκρίζα, μπερδεμένα γένια
άσπρα, ανάκατα μαλλιά
μακριά, κατράμι νύχια
και το πρόσωπο χαμένο
από στρώματα βρωμιά

Υποδήματα που χάσκουν
λόγια ακατάληπτα
περπατά κι όλο μιλάει
ψιθυρίζει ρυθμικά

Μα τί λέει; μα τί λέει;
τί να πει θέλει μαθές
σαν ποιημάτων ήταν λέξεις
ραψωδίας σαν στροφές

...

Το συνεχές αυτό παραλήρημα
εντύπωση μου έκανε τόση
τίνος να ήτανε αυτό το ποίημα
και οι στίχοι του να ήτανε πόσοι;

Έμοιαζε κάπως έργο τρανό
παλιό, ιστορικό  και σπουδαίο
σοφό και μαζί ταπεινό
λαϊκό και αγνό, φορές ίσως χυδαίο

Δεν ήμουν του διαβάσματος άνθρωπος
των βιβλιοθηκών, των αρχείων
μ΄ένα κινητό στο διαδίκτυο
έγινα κυνηγός των στοιχείων

Μου πήρε χρόνο, κουράστηκα
λύση να μπορέσω να βρω
ήταν μυστήριο περίπλοκο
κόλπο πανούργο, φαιδρό

Δυο στίχους ο πλάνητας διάλεγε
πολύ γνωστού ποιητή
και για συμπλήρωμα διάλεγε
στο μυαλό ότι του ΄ρθει...

Λυτρώθηκα από την αγωνία, το μπέρδεμα
και λύθηκε μου η απορία
ήταν η χειρ του Διονυσίου Σολωμού
κι ο «Ύμνος στην Ελευθερία»:

«...
Πότε θα σιγάσει τούτο
και πάψει το βιολί
δεν ειν΄εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλή

Ταπεινότατη μου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή
και αντί αμήν κι ελέησον
ξεστομίζω όλο αλί

Δε θα πάψω, να σωπάσω
να τ΄ακούνε τα παιδιά
και το στόμα θα φωνάζει
όσα αισθάνεται η καρδιά

Λεύτερος πια κάθε μέρα
να κοιτώ τον ουρανό
και την χήτη να τινάζω
σα λιοντάρι Ισπανό

Ό,τι ήμουν τ’ απαρνιέμαι
τώρα ζω όπως μποράω
δε μιλώ και δεν κουνιέμαι
στις βρισιές όπου αγροικάω

Τα πολλά δεν ειν΄ανάγκη
ότι έχω μου αρκεί
μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί

Το σκληρό ψωμί κομμάτι
που σου δίνει η ζητιανιά
να σας φθάνει – αποκριθήτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά

Πάρεξ απ’ ότι φοράω
δεν έχω ούτε αλλαξιά
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά

Διώχνω κάθε κακή σκέψη
κάνω τη να παταχθεί
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθή

Τόση μάνητα και ζάλη
που στοχάζεσαι μη πως
ξέφυγε τούτος ο κόσμος
πια δεν είναι λογικός

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί
μια ανάσα στην αντάρα
πόθησα,... μία στιγμή

Της αυγής δροσάτο αέρι
δε φυσάς τώρα εσύ πλιο
α! της μάνας μου το χέρι
ένα όραμα παλιό

Φρικτά όντα, συνεπεία
της απαίσιας σας φερσιάς
τα παιδιά σας θελ’ ιδήτε
πόσο μοιάζουνε με σας

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικά
κι όσα είχαμε τα πλούτη
ήταν όλα δανεικά

Ποιοί ειν’ αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή
ο εχθρός μέσα έχει έμβει
κι όποιον βρίσκει τον χαλεί

Α! το φως που σε στολίζει
σαν ηλίου φεγγοβολή
σύ ‘σαι η λαμπρή ελπίδα
σύ ‘σαι η μοίρα η καλή

Σήμερα άπιστοι εγεννήθη
ναι – του κόσμου ο Λυτρωτής
ο Σωτήρας, ο Ποιμένας
ο Ιατρός, ο Φωτιστής

Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε
εγώ ειμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ
και παντού κάνει αντάρα
και βαθύ χλαπαταγό

Ποίος ειν’ άξιος να νικήση
ή με σε να μετρηθή
αγνέ, άχραντε Πατέρα
άγιε, αλάνθαστε Κριτή

Ποίος στον σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθή
ποιός προσεύχεται κι ελπίζει
τον Παράδεισο να ‘ρθει

Εις αυτήν, ειν’ ξακουσμένο
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
στην αγάπη, στην φροντίδα
γλυκογάλατε μαστέ

Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή
το Έλεος, η Θεία Χάρη
η ακλόνητη πυγμή

Μα... εγώ ό,τι κι αν λέω
με περνούν για παλαβό
Βασιλείς! ελάτε, ελάτε
και κτυπήσετε κ’ εδώ
.....»

Το βρήκα λοιπόν και ησύχασα
άλλαξαν και τα γραφεία στη δουλειά μου
τον ποιητή του δρόμου πια έχασα
πάει αυτός – κι εγώ πάω, λίγο λίγο, καλλιά μου.

  
Σημ.: Στίχοι δανεισμένοι και ενίοτε ελαφρώς τροποποιημένοι, από τις στροφές: 10, 14, 19, 23, 28, 36, 42, 58, 60,  63, 70, 73, 78, 80, 93, 94, 97, 98, 102,  109, 123, 155, 158
Clochard – γαλλιστί ο άστεγος, ο πλάνητας, ο αλήτης

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Πρώτη σημείωση στο καινούριο Moleskine (σημειωματάριο τσέπης αριθμός VΙ)


18/6/’017

Καινούριο τεφτέρι ξεκινώ
να που έγινε πάλι το ευκταίο
για ευλογία και χάρι προσκυνώ
να μην είναι -αλί- τελευταίο.

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Πρώτη σημείωση στο καινούριο Moleskine (σημειωματάριο τσέπης αριθμός V)


22/4/’015

Εμπρός λοιπόν
και γράφε αράδα
τα Moleskine τα τεφτέρια σου μ’ αυτό
γίνονται πια πεντάδα.

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Τα "αρρωστάκια"


Δυο ηλικιωμένοι άντρες περιμένουν σε στάση δημόσιου λεωφορείου, αλλά επιβιβάζονται σε ιδιωτικό, Αμπελόκηποι, Αθήνα, 6/7/'017, μεσημέρι

Τριμμένα ρούχα
παλιά υποδήματα
πανάρχαια ζώνη
μάγουλα αξύριστα
και μαδημένα
άσπρα μαλλιά
φτηνά τσιγάρα
ώρα στη στάση
δίχως μιλιά
το στόμα μόνο
σα γέλιο σκάει
στο μάτι κάπως
μια λάμψη αστράφτει
σαν καταφθάνει
μεγάλο πούλμαν
κομψό και φίνο
πού 'χει μπροστά
μια πινακίδα
που λέει "Καζίνο".


Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Μαζευτείτε, ενωθείτε


Τραγούδι ("Gather Round"), του αμερικανού τραγουδοποιού και πολιτικοκοινωνικού ακτιβιστή David Rovicks, οι στίχοι και η ηχογράφηση εδώ, μία ζωντανή εκτέλεση εδώ, μετάφραση στίχων Χ. Δ. Τ.

Μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
συναχθείτε γιοι του μόχθου, δυχατέρες της δουλειάς
σεις που βγάζετε ντομάτες
σεις οι καλλιεργητές
σεις που γράφετε τον ήχο
που ανασταίνετε παιδιά
στην πυρά που ιδροκοπείτε, της κουζίνας, της φωτιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
σεις που κάνετε τη λάτζα
τη φασίνα κάνετε
σεις που χάνετε το στόχο
τα χαντάκια ανοίγετε
κι αν οχήματα παρκάρεις
τάφων κι αν είσαι σκαφτιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε άνθρωποι της εργατιάς

Όλοι οι εργάτες ενωθείτε
σεις οι προγραμματιστές
οι δασκάλοι, οι πισσαδόροι
οδοποιοί, καθηγητές
οι τραινοδηγοί συρμών
όπου αν πάνε μακρυά
κι οι σωφέρ των λεωφορείων
έλα ενώσου εργατιά
κι αν δεν έχετε για νοίκι
διπλοβάρδιες κάνετε
και δε σας περσέβει χρόνος
στο δρόμο αν κοιμόσαστε
και αν τρέμετε απ’ το κρύο
στις σκιές κάθε γωνιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς

Μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
που τραβάτε τις ταινίες
ηθοποιοί του σινεμά
σεις που ζείτε από την πένα
που ο στρατός σας ειν’ δουλειά
που χειρίζεστε τα όπλα, του αέρα, της ξηράς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
μαζευτείτε και θα βρείτε
πως αν είσαστε μαζί
κάθε εχθρός πίσω θα κάνει
που μπροστά σας θα σταθεί
όπως το νερό κυλάει
κι η ιστορία μαρτυρά
τους εργάτες ενωμένους
τίποτα δεν τους νικά.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Μόλλυ Ρόουζ


Τραγούδι ("Molly Rose"), του αμερικανού τροβαδούρου Willy Tea Taylor, οι πρωτότυποι στίχοι στο σύνδεσμο, μία ηχογραφημένη εκτέλεση εδώ και μία ζωντανή εκτέλεση εδώ, μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

  
Κανείς φόβο δεν είχε ή το σχέδιο του να ξέρει
του ανθρακωρύχου Λη Μακ Γκόουαν, απ’ τα ψηλά που ήταν μέρη
που ως αργά έμενε μόνος κοντά ένα χρόνο
και το ψυθίριζε όσο, αυτός ν’ άκουε μόνο

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Η Μόλλυ Ρόουζ καλλονή ήταν μα πόρνη
κανείς δεν την πήρε για βραδιά μία και μόνη
και μια νύχτα σαν αυτές που το τσακάλι ουρλιάζει
απ’ του φεγγαριού τις σκιές, ο Μακ Γκόουαν πλησιάζει

Να σου πάρει Μόλλυ ήρθε στο πορνείο τη ζωή
δυο πιστόλια κουβάλαε και κάμα μια κοφτερή

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Απ΄την ομορφάδα της έχασε αυτός τη μιλιά του
κάθε άντρας την ήθελε να είναι δικιά του
το γέλιο της πάγωσε σαν τον είδε μπροστά της
και μια ανάμνηση άσχημη της ήρθε παλιά της
το Λη Μακ Γκόουαν τον ήξερε εδώ κι ένα χρόνο
να τον σκοτώσει δε μπόρεσε παρά λίγο μόνο
η σφαίρα τον πέτυχε μα στάθηκε τυχερός
και να! σήμερα γύρισε σκληρός τιμωρός

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Την πήραν τα κλάμματα σαν είδε ποιός ο σκοπός του
και στο πορνείο όσοι βρίσκονταν στάθηκαν μπρος του
πιστολιές ακουστήκαν, παντού πέφταν κορμιά
όρθιοι στο τέλος μείναν οι δυο τελικά
πληγωμένος βαριά μ’ έξι σφαίρες στο σώμα
το μαχαίρι του έβγαλε και χαμογέλαε ακόμα
κι απ’ το φόβο της Μόλλυ, έτρεμε το κορμί
στο λαιμό με τ’ ατσάλι της ψιθύραε στ’ αυτί

Μόλλυ Ρόουζ ήρθα για σένα
κι ενάντια που στάθηκε σκότωσα τον καθένα
α, το αίμα πώς χύθηκε, ποτάμι πλατύ
ως την Κόλαση Μόλλυ, έλα να πλέουμε μαζί.


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η σβέση


Δεν απωλέσθη η κάθε ελπίς
αίματος σαν υπάρχει ακόμα ρανίς
μα αν φύγει, αν πέσει, εάν κυλήσει
το σώμα δεν είναι άλλο να ζήσει
μάταιο είναι πια του λοιπού
ήρθε η ώρα του τέλους και του χαμού
η ιστορία αυτή ήταν μιας ακόμα ψυχής
και σβένει και πάει η ύστατη αχτίς.


Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Ο σκοταδόψυχος*


Θέλω να γίνω γλύφτης
στη θέση αυτού που γλείφει
δεν κάνω για ιππότης
αλλά για καταδότης
και ούτε για Ρωμαίος
μάλλον για αρουραίος
μήτε ποθώ τη νίκη
σέρνομαι σα σκουλήκι
γω δεν είμαι συνεπής
μα γλοιώδης, χαμερπής
δεν στέκω για αγωνιστής
προτιμώ βασανιστής
τη φτύνω την πατρίδα
ζηλεύω την ακρίδα
κατακτητές περάστε
παράσιτα ακμάστε
τέλος η ευδοκιμία
θέλω να έρθει πανδημία
μωρά, παιδιά στο πόδι
για τη σφαγή του Ηρώδη
κανένα σεβασμό
γυναίκες για βιασμό
φωτιά και στη θρησκεία
πλημμύρα και κακία
πείνα με δίχως τελειωμό
κι όποιος αντέξει το λιμό
δεν προσβλέπω σε σωσμό
προσδοκώ κακό χαμό
δεν περμένω αγιασμό
δρέπανο και Θερισμό
ούτε έχω ένα πιστεύω
ένστιχτα άγρια μόνο θρέβω
υψηλό να μην πρευσβεύω
να κουρσεύω, να βατέβω
τους γονείς δεν τους τιμώ
έλκομαι απ’ τον ξεπεσμό
κι από κάθε καλωσύνη
προτιμώ αγνωμοσύνη
δεν μετρούν διόλου οι αξίες
διαστροφές, ανωμαλίες
τους πτωχούς τους κατατρέχω
και σωρεύω για να έχω
αντί τον άγιο Πάολο
προσκυνώ τον Διάολο
θεϊκό το χάρισμα;
φτού! γαϊδάρου γκάρισμα
από γάμου χορωδία
πεθυμώ μια σε κηδεία
«με αγάπη κι ευλογία»
πω πω φρίκη! τί αηδία!

από Δύναμι και Χάρι
κάλλιο ο Χάρος να με πάρει
κι από «εν τω Παραδείσω πρώτος»
επιλέγω άφατο σκότος.


* Σημ. Ο τίτλος είναι "δανεισμένος" από το ομότιτλο ποίημα του εμβληματικού ποιητή Τιμολέοντος Φανφάρα και την ταινία "Ξύπνα Βασίλη" 1969 σε σενάριο - σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη (1923 - 2010), βασισμένη σε θεατρικό του Δημήτρη Ψαθά (1907 - 1979). Απαγγελία του ποιήματος, από τον ίδιο τον ποιητή μπορεί κανείς να ακούσει εδώ.

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Πόθεν;


Αυτό το άγχος
που με τρελλαίνει

με παραλύει
με διαλύει
πάνω που λέω:
«καλά είμαι τώρα»
συγκροτημένος
θωρακισμένος...

από πού μπαίνει;

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Πού;


Α ρε Νικοκαρούζοι, Μιλτοσαχτούρηδες
Γιαννηβαρβέρηδες, Μιχαληκάτσαροι
Νικαββαδίες πού είστε;

Πού ‘στε ρε Αντρεμπειρίκοι
Νικογκάτσοι, Τακησινόπουλοι
Γιωργοσουρήδες, Κωστοκρυστάλληδες
Θανοβελούδιοι πού ‘στε;

Ρε Γεωργοβυζίηνοι, Κωνστακαβάφηδες
Διονυσιοσόλωμοι, Ρωμοφιλύρηδες
Γιαννησκαρίμπες, Κωσταβαρνάληδες, Αργυροχιόνηδες...

Πού ΄στε μωρέ και μας
έχει φάει η μαρμάγκα;

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Περπατώντας μεσημέρι στο Γουδί


Βαίνοντας ταχέως προς τη ολοκλήρωση
της πέμπτης δεκαετίας
του ανωφελούς μου βίου
μια μέρα όπου με είχε
ως συνήθως κυριεύσει
αυτή η ανεξήγητη
ευρύτατη η θλίψη
κι επερπατούσα σέρνοντας τα βήματα
και αναλογιζόμενος τα τόσα τα προβλήματα
τις στεναχώριες τις πολλές
και τις αρρώστιες, τους νέους μου μπελάδες
κι έλεγα «Θε μου άδικο,
γιατί σε με σχεδόν ποτέ
γλυκειά Ανατολή
και όλο το βαρύ, το μελαγχολικό
το λυπηρό το δείλι;»
ώσπου διαλύθηκαν οι σκέψεις
σκόνη γίνανε
στο θέαμα του νέου κοριτσιού
έξω απ’ το τμήμα ογκολογικό
στην κλινική των παίδων
καθόλου όπου δεν είχε το κακόμοιρο μαλλιά
και που την κεφαλή του κάλυπτε
ένα πολύχρωμο μαντήλι.


Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο εγκλεισμός


Μα δεν καταλαβαίνεις πια;
Μπα σε καλό σου!
Δεν είναι η γειτονιά, το διαμέρισμα
δεν ειν΄ οι άνθρωποι
δεν είναι η δουλειά
η φυλακή

μα το μυαλό σου.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Δεν τον χωνεύω το γιατρό


Μηδέ να πιεις γουλιά καφέ
ουδέ πρέζα ταμπάκο
και σπίρτο ούτε μια σταλιά
την εντολή σου δίνω
και γράφω μία συνταγή
για ένεσες, κινίνο
να τρως μονίμως ελαφρά
βραστά κυρίως φαγητά
πολύ να μην κουράζεσαι
φιλότιμα να εργάζεσαι
να αποφεύγεις τη βροχή
το κρύο και τα χιόνια
κι άμα σταθείς πειθαρχικός
θα ζήσεις κι άλλα χρόνια.

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Με τις υγείες μας!


Παρόρμησα αίφνης ορμεμφύτως
ενήργησα έτσι αυθορμήτως
δεν άντεξα να βράζω
εντός μου λες και τάχα ανεπαισθήτως
και ρώτησα ωστόσο χαμηλώνοντας
το βλέμμα από τα μάτια τα μαγνητικά
αν έχω κάποια ελπίδα
και με βελούδινη φωνή
ήρθε η απάντηση στυγνή:
"Καμμία απολύτως!".

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Όλα κοντά


Το να μένεις στο κέντρο της πόλης
έχει ασφαλώς κάποια προνόμια
κύριο από αυτά είναι όπως λεν όλοι
πως έχεις τα πάντα "μέσα στα πόδια σου"
πάει να πει δηλαδή
πως κοντά γύρω είναι όλα
το ξέρω καλά διότι βλέπεις
τυγχάνω γέννημα θρέμμα
θυμάμαι ας πούμε
στον καιρό της νεότητος
ότι δεν πήγαινα ποτέ
σε άλλη γειτονιά
αφού οι φίλοι και γνωστοί
στο κέντρο έρχονταν πάντα
όπου οι επιλογές για διασκέδαση
και αναψυχή ήταν τόσες πολλές
πόσα γύρω που είχε!
ααα!... ο καιρός  της νεότητος!...
ααα! οι αναψυχές και οι διασκεδάσεις...
μα περνούσαν τα χρόνια μετά
και βούλιαζα εγώ
βυθίζομουν εντός μου
μέχρι που είπα μια στιγμή πως
"φτάνει πια, δεν είμαι ο εαυτός μου"
κάτι πρέπει να κάνω
και μετά από ψάξιμο
παρατεταμένο και προσεκτικό
βρήκα έναν όμιλο φυσιολατρικό
που ήταν κι αυτός κοντά πολύ
ούτε περπάτημα δέκα λεπτών
κι έλαβα εκεί εκπαίδευση ειδική
που σε καθιστά ικανό να
μπορείς να επισκέπτεσαι
σημεία της φύσης απάτητα μπορεί
ή εν πάσει περιπτώσει απροσπέλαστα
από κοινούς ανθρώπους και
ενθουσιάστηκα πολύ με αυτές
τις νέου τύπου δραστηριότητες μου
καθώς και με τους φιλικούς κι ενθουσιώδεις
καινούριους μου εκεί συντρόφους
και είπα βρήκα πια το δρόμο,
βρήκα τον τρόπο να περισώσω
πριν είναι αργά το κορμί και το μυαλό
μα αλίμονο, γρήγορα πολύ βαρέθηκα
και άρχισα πάλι τις παλιές
γνώριμες δραστηριότητες
αυτές που λειώνουν το κορμί
και που τσακίζουν το μυαλό
κι έφτασα έτσι ως τα τώρα
και τόσο που άντεξα απορώ
κι ήρθα που λέμε στο Αμήν
και λίγο πριν
επιχείρησα μια τελευταία
προσπάθεια απονενοημένη
(σκέφτηκα "τί άλλο μένει;")
κι έτσι εδώ λίγο καιρό
πάω σχεδόν καθημερινά τα απογεύματα
στην ομάδα αλληλοϋποστήριξης
αυτών που έχουν ξεκινήσει
προσπάθεια απεξάρτησης
και -κοίτα πώς καμμιά φορά τα φέρνει-
η αίθουσα των συγκεντρώσεων
είναι κι αυτή κοντά
μάλιστα εν σχέσει με το μέρος
που προηγουμένως αναφέραμε
μόλις στο διαγώνιο τετράγωνο
απ' την απέναντι μεριά
της λεωφόρου.


Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Εύρεση πολύ σπανίως, απώλεση σχεδόν μονίμως


Πιάνω μερικές
σπάνιες φορές τον εαυτό μου
Ανώτερα να στέκεται
και είναι όλα απλά, καλά
βλέπω ξεκάθαρα
και συναισθάνομαι
και όλο λέω:
"Θυμήσου το!
Θυμήσου το αυτό!"...
μα ύστερα χάνομαι.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Αυθόρμητος δημιουργός, αυτοσχεδίων έργων λαϊκών


Δια βίου στις παρυφές της ποιότητας
πάντοτε στην πλευρά της ευτέλειας
διακονούσε ποικίλες
εκφάνσεις μορφών
διαφόρων της Τέχνης
ποτέ αμειβόμενος
χαμηλής αναγνώρισης
άνευ μαικήνος
σταθερά ερασιτέχνης
ιδίοις εξόδοις
με μέσα και ύλες
φθηνά, ταπεινά
στην αδιαφορία εσυνήθισε
κι εκπλησσόταν αν αίφνης
σαν κάποιος εξέφραζε
κάποιο εγκώμιο
μπορεί ένα σχόλιο
δια λόγου ή γραπτό
θερμό, θετικό
διότι αυτό αναζητά
και αρκείται για να
δρα ο καλλιτέχνης
ο συνεπής κι πιστός
ελάσσων έστω αυτός
για τα έργα του ζει
άλλο δεν έχει να πει
και υπάρχει αν μόνον
με πίστη, σπουδή
ως αυτός το αισθάνεται
να περνά ο καιρός
και να δημιουργεί.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ο ήχος του κώδωνος*


Πόσο μισώ τον ήχο που ασκούν τα ξυπνητούρια
ανέκαθεν από παιδί
τότε που είχαμε εκείνα τα παλιά μηχανικά
κι ύστερα βγήκαν ηλεκτρονικά ρολόγια
επιτραπέζια αλλά και της χειρός
κι ακόμα πιο μετά συσκευές ένα σωρό
και υπολογιστές και τηλεφωνικές
κι εγώ δεν ξέρω άλλο τί
με ενσωματωμένη ανάμεσα απ' τις πολλές
τις εν πολλοίς τις άχρηστες και τις σαχλές τις λειτουργίες
κι εκείνη του ξυπνητουριού
και μάλιστα οι επιλογές πια είναι αμέτρητες
τον ήχο να διαλέξεις
από μοτίβα αφάνταστα πολλά
και από κάθε πρακτικά που επιθυμείς τη μελωδία...
αδιάφορο! - όσο κι αν είναι η συμπεριφορά διακριτική
καλλιεπής, κομψή όλο στυλ και χάρη
εγώ τα ξυπνητούρια τα αποστρέφομαι
ότι τον ύπνο μου στερούνε  το γλυκύ
και με αποσύρουνε από ενδεχομένως
όνειρα ευάρεστα, μα πιο πολύ
διότι με τρόπο άκαρδο, σκληρό
μ΄επαναφέρουν για άλλη μια φορά
σε τούτη την ανούσια και τη στεγνή
έως και συχνά τη ζοφερή
πραγματικότητα.


* Σημ. Τίτλος δανεισμένος από το ομώνυμο θεατρικό έργο (1951) του Γιάννη Σκαρίμπα, 1893 - 1984. 

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Αντιφασουρεάλ (με καταληκτική παράβαση*)


Ένας οκνηρός εργάτης
κάποιο φίδι κολοβό
ο δειλός ο στρατηλάτης
τα αγνό το πονηρό

Ο πιστός ο Καζανόβας
ο εραστής ο μοναχός
ο αρχιερέας Αννίβας
ο ανυπόμονος Ιώβ

Ο καθ’ έδρας αμφιβάλλων
ο τραυλός ο γλαφυρός
ο κυκλόσχημος ο ρόμβος
και ο άθεος πιστός

Ξανθογάλανος φελάχος
με φολίδες ποντικός
ιριδίζον κιαροσκούρο
και ηφαίστειο ψυχρό

Κομψότατο σκιάχτρο
δύσμορφη κούκλα βιτρίνας
μελωδία ανυπόφορη
γλυκειά βοή της σειρήνας

Μεγαλόπρεπη καλύβα
πλίθινο ανάκτορο
ζωηρή πολύ αδράνεια
δράση δίχως διάφορο

Μια φραουλιά ευθύκορμη
κατάφορτη μια λεύκα
αειθαλλής παλιά συκιά
και φυλλοβόλα πεύκα

Ένας γλύπτης χωρίς χέρια
ένας μουσικός κωφός
υποβρύχια περιστέρια
ήλιος κρύος, δίχως φως

Αχαλίνωτη παρθένα
πόρνη όλως εγκρατής
απ’ το ύψος του πυθμένα
αεροπλόος πειρατής

Βυρσοδέψης οικολόγος
και σφαγέας σπλαχνικός
μονομάχος φοβιτσιάρης
κλόουν λίαν σοβαρός

Ήσυχο πολύβουο κέντρο
θορυβώδης ερημιά
ξαστεριά στην καταιγίδα
θύελλα κι απανεμιά

Δύτης ύψους, άλτης βάθους
αναχωρητής του πάθους
πείσμων και μεταννοών
ευσεβής κατά Θεών

Ν’ αποβάλλεις το Κακό
κλώσσα το σαν το αυγό
ζημιά πια θε να σου κάνει
και το σώμα σου να γειάνει

Σε γη σπόρος καρπερή
στέρφα, άγονη, ξερή
νέος καλλιεργητής θα μάθει
να! φυτρώνει ένα αγκάθι

Φαραώ ρακκοσυλλέκτης
αχθοφόρος βασιλεύς
Ελευσίνιος Αθηναίος
Σπαρτιάτης Μεγαρεύς

Ο μαρμάρινος Πινόκιο
ένας ξύλινος Ερμής
τα μυστήρια της Ευρώπης
Μεσαίων της Ανατολής

Στη στεριά ζει όρθιο ψάρι
σκούφια βάζει ο σεφ μαβιά
ο ψαράς τρώει κοκορέτσι
κι ο ποιμένας κακαβιά

Φιδές μ΄άφθονο το άλας
μ’ άνευ τσιμένι παστουρμάς
εκδοχή ίσιας κουτάλας
και ατύλιχτος ντολμάς

Θεοσεβής στριπτήζ χορεύτρια
αστυνόμος κλεφταράς
ελεήμονα αναγνώστη
οίκτο δείξε – μη βαράς.

 Σημ. Παράβαση: μέρος του έργου στην Αρχαία Κωμωδία, περί το μέσον της παράστασης ο χορός απευθύνεται στο κοινό εκτός υπόθεσης και μεταφέρει σκέψεις, παραινέσεις, προτροπές και παρακλήσεις του δημιουργού. 

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Μου άρεσε πιο πολύ


Θέλω να γυρίσω πίσω
μου άρεσε τότε πιο πολύ
που δεν εκάναμε ονλάιν κρατήσεις
και δεν υπήρχανε αυτόματα εκδοτήρια
που ήταν άνθρωποι να κόβουν εισητήρια
που είχε ταμίες στα θεάματα
στο σινεμά, στα θέατρα
και εισπράκτορες στα μέσα της μεταφοράς

Δε γίνεται, μου λέτε, να ανασχεθεί η πρόοδος
να διακόψεις την πορεία των πραγμάτων
να σταματήσεις να μεγαλώνει ένα δέντρο

Μα δεν ακούω τί μου λέτε
γιατί σκεπάζει τις φωνές σας
εκείνη του εισπράκτορα
που μέσα απ’ το βραχνό μικρόφωνο
προτρέπει εμάς τους επιβάτες
και μας καθοδηγεί:
«προχωρείτε παρακαλώ, έχει χώρο
προχωρείτε προς το κέντρο».