Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Η κούρσα


Όπου νά ΄ναι θα πάω
βόλτα με κούρσα
αστραφτερή και μεγάλη
θα διανύσει σύντομη διαδρομή
και ξέρω πού θα με βγάλει
διθέσια μόλις μα πίσω
πολύ άνετοι οι χώροι
θα κινείται αργά και θα έπονται
κάποιοι λίγοι οδοιπόροι
οι οδηγοί σοβαροί
και σκούρα ντυμένοι
και - τί ωραία! - με άνθη
παντού θά 'ν' στολισμένη.


Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο λυρισμός του χειμωνιάτικου Αυγούστου


Εγώ είμαι το ον το ανυπέρβλητο
το πλουμιστό, το συρφετό, ο χαμαιλέφας
ορδές με κυνηγάνε λυσσωδώς
έως τα σύνορα της επικρατορίας
διαφεύγω με τρυκ
χύνω μελάνι, τρώω τα ψίχουλα
οι ιχνηλάτες οδηγούνται σε απογνώσεις
έχει σκοτάδι, έχουν παυθεί
από τις υπηρεσίες τους οι φρικτορύχοι
μα να πεις είχε και νέα;
συμβάντα μηδέν
οι γυναίκες γεννούν
οι άντρες παχαίνουν
ξαπλωτοί ροφούνε ηδύποτα
και μυρωδάτα καπνίζουν ταμπάκα
από μακριές πήλινες πίπες
αναστενάζουν κάθε τόσο «Αφερίμ»
μα στα μέρη αυτά
δεν έχει ακούσει κανείς
για του Θεού τον Προφήτη
σύγνωση απόστασης
φιλία με δόλο
αισθάνομαι πόρρω καλύτερος
απ’ όλους αυτούς τους χωριάτες
θέλω να τους φτύσω κατάμουτρα
αφού πριν τους βατέψω τις κόρες
η καθηγήτρια που δίδασκε τσέμπαλο
μου υποσχέθηκε να μου δείξει κορνέτα
εφιαλτικό υποβρύχιο
σεσημασμένο πριόνι
φονικό στιλβωτήριο
ποντοπόρο σαμάρι
σηκώνω σιγά – σιγά επανάσταση
θα αιφνιδιαστούν ένας κι ένας
ησυχία που έχει!
μέχρι κι οι δεκαοχτούρες έχουν σωπάσει
και τα βράδια δεν αλυχτούνε οι ύαινες
απελπισία τις δέρνει
κάθε νύχτα σχεδόν νηστικές
όλοι βλέπεις πια φύγανε
οι αειθαλείς τυμβωσυλλήτες
κάτι πρέπει να γίνει στον τόπο αυτόν
όπου μοιάζει σαν ακίνητη λίμνη
πλοία κουρσάρων να έρθουνε από το βουνό
κοσμοναύτες να βγούν απ’ τη στέρνα
ως και τα πρόβατα σταβλίζονται μόνα τους
και σταδιακά μαθαίνουν φλογέρα
φωτιά ν’ ανάψει
να στηθεί ο καυγάς
βεδουΐνοι να σκαλίζουνε άρπες
και τρεις γέροι μπρος από ενενήντα χρονώ
να είναι οι μαιτρ στις φωτοβολίδες
ο Βενιαμίν Γολιάθ νά ‘ναι όνομα
ο Σαμψών Δαλιδάς κι αυτό νά ‘ναι
ο Ιούλιος Βρούτος νά ‘ναι κι αυτό
κι ο Μωάμεθ Ιησούς νά ‘ναι επίσης
δε θα μείνει πολύ έτσι, τ’ ακούς;
οι δυνάμεις θα επέμβουν της φύσης
ένας κολοσσιαίος κατανταπολιμός
και σεισμός είκοσι Ρίχτερ
πλίνθος επί κεράμω δε θα μείνει ουδείς
αλί τρισαλί πυρί γαία μιχθήτω
«βόηθα!» θα ουρλιάζουνε τρανέ Τουταγχαμών
και «βάλε το χέρι σου Άη Νικόλα»
κι εγώ θα γελώ από μία γωνιά
καθώς θα τηγανίζω μαρίδες
που θα απιθώνω σε απλάδες κοφτερές
για ριψοκίνδυνους εκλεκτούς συνδαιτημόνες
που θα προσέρχονται ξυπόλητοι μεν
αλλά με περισπούδαστα φράκα
και τρώγοντας μ’  όρεξη
θα κάνουν όλο «Ον! Ον! Ον! Ον!»
που ένας Θεός ξέρει τί να σημαίνει
κρίνοντας όμως από το γεγονός
πως στα πιάτα μόνο θα μείνουνε κόκκαλα
η μαγειρική μου πρέπει νά ΄κανε θραύση
ελπίζω να επωφεληθώ λίαν σύντομα
και σε θέση καλή κάποιος να με διορίσει
με σπουδαίο μισθό
και γραφείο στιλπνό
και προαγωγές τακτικές και ταχείες
είμαι βλέπετε έτοιμος για μεγάλη ζωή
δουξ τουλάχιστον και μάλλον βέβαια πρίγκηψ
θα ζητήσω παλλακίδες πολλές
και ανά τις εποχές από ένα χαρέμι
θα ταξιδέψω στα πέρατα
θα διατηρώ οικόσιτα τέρατα
που θα εξημερώνω με οίστρο
θα πλαισιώνομαι από ετερόκλητα μίγματα
απαρτιζόμενα από στείρα ντουέτα
δεν έχω χρόνο - το ξέρω - για όνειρα
γι αυτό και με σύστημα αρχίζω
θα ενοικιάσω πρώτα ένα παγοθραυστικό
και θα μισθώσω μισό κοπάδι καμήλες
που θά ‘ναι όλες ημίαιμες
μα θα γνωρίζουνε κόλπα και γρίφους
δε νομίζω να επεκταθώ και στο διάστημα
το θεωρώ βαρετό, τετριμμένο
α! μια και είπα αυτό: να γνωρίζετε
τρέφομαι μόνο με μακαρόνι χοντρό
κι από πάνω τυρί πολύ άσπρο τριμμένο
οινοπνευματώδη δεν πίνω μα αρέσκομαι
κάθε τόσο να μεθώ με παρέα
ααα! τί κέφι τότε που γίνεται
και πόσο περνούμε ωραία
μας σιγοντάρουν κροκόδειλοι
μας διασκεδάζει μια ορχήστρα με ράφτες
καρεκλοκένταυρο έναν κάποτε που είπανε
κι έγινε φασαρία μεγάλη
σκορπίσαν τα μπωλ τα φυστίκια πιστάκιο
και τα πιο πολλά φτερά τους χάσαν οι παπαγάλοι
οι γυναίκες ουρλιάζαν
οι γραίες εδέρνονταν
γοερά έκλαιγε κάθε χαμίνι
ιερεύς λοιπόν κι εγώ μασκαρεύτηκα
και με φωνή δυνατή «Αδελφοί!»
τους έλεγα, «Αδελφοί μου, Ειρήνη!»
αλίμονο δεν εισακούστηκα
στις περιπτώσεις αυτές
η εμπλοκή προσιτή θα κορώσει
αντίδοτα δε θά ‘χει κανείς
ούτε σουτιέν ή κινίνο
κι εγώ συλλογίζομαι:
βρε τί μπελάς και τί μπλέξιμο;
ώρα μήπως λες να του δίνω;
φράξε με λίγο, τόση αγάπη σου έδειξα
και μοιάζω όπως λες με το Φοίβο
μα για ανταπόδωση συ με ανάγκαζες
κάθε μέρα πιπέρι να τρίβω
μια παρωπίδα εκλιπαρούσε δεξιόστροφα
γονυπετής, κλινήρης, αβέρτη
δεκαετίες το μαράζι μου ήσουνα
το φριχτό το σαράκι, το ντέρτι
το αίμα μου πίσω θα πάρω με ανήλεα μαρτύρια
που θα σου κάνω μ’ ένα πλισέ κλαδευτήρι
το κορμί μου αν ζητάς να σου δώσω δεν πρόκειται
να σου κάνω ποτέ το χατήρι
βάλε μου πάλι θα λες όλο αναίσχυντα
μέσα μου το φαλλό σου υπερόπτη
μα εγώ πιο βαθιά θα σε κόβω ανυπόληπτη
μ’ ένα στραβό ιογενή νυχοκόπτη
καιόμενος ως εν αρμάτι Φαέθωνας 
θα λάμπω σ’ όλη την παραλία
χωρίς στιγμή να διστάσω σκεπτόμενος
ποιός θα ‘ρθεί στη βαρετή μου κηδεία
μέρες και νύχτες συγκέντρωνατε δρέπανα
με τις γλώσσες σας σα γυαλόχαρτα φίνες
μην ακούτε τί λένε,  δε γνωρίζουνε τίποτα
το καλύτερο μέλι το βγάζουν κηφήνες
ω! ας τελειώνει πια τούτο το παραλήρημα
ο σαλός οχετός πια ας σώσει
και αν άλλος έχει χειρότερο
ε να! ας κοπιάσει να δώσει.

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Δίπλα στο λάδι και το ξύδι


Έφθασα στο επαρχιακό, εξοχικό σπίτι
όπου συχνά εφιλοξενούμην
για παραθερισμό, στις διακοπές
ξεκλείδωσα, εισήλθα
άνοιξα τζάμια και πατζούρια
ν΄αεριστεί ο χώρος και να μπει φως
ενεργοποίησα την παροχή νερού και ρεύματος
άναψα το ψυγείο
έβαλα σε μια άκρη τις αποσκευές
έβγαλα ορισμένα ενδύματα και κρέμασα
ύστερα τα είδη του μπάνιου, τις πετσέτες
έστρωσα το κρεβάτι έπειτα
και πήγα ως την κουζίνα
να αποθέσω εκεί τα λιγοστά χρειώδη
όπου είχα αγοράσει
καφέ δύο λογιών, νερό εμφιαλωμένο
παξιμάδια κι ένα βαζάκι γλυκό του κουταλιού
καθώς τακτοποιούσα το λοιπόν
διακριτικά σε μια γωνιά
παρατήρησα εκεί δίπλα
στον πάγκο της κουζίνας παρατεταγμένα
ένα μπουκάλι λάδι
δύο διάφανα δοχεία με ελιές
το ένα μαύρες, το άλλο πράσινες
και ένα  δοχείο με τουρσιά
κι ένα μπουκάλι ακόμα, αυτό ξύδι και...
τί νά ‘τανε Αυτό;
λάθος να γίνει δε μπορούσε
σ’ ένα μπουκάλι πλαστικό
άλλοτε του νερού
χωρητικότητος ενός και ημίσεως λίτρου
με χρώμα σκουροκόκκινο, μαύρο σχεδόν...
το σήκωσα με το χέρι και αισθάνθηκα
το βάρος του υπολογίσιμο
την επαρκή, χορταστική ποσότητα
έλεγξα το καπάκι, δοκίμασα προσεκτικά
δεν ήταν σφραγισμένο!
και με αργές κινήσεις το άνοιξα
το θείο άρωμα πλημμύρισε το χώρο
μα δε μου έφτανε αυτό
στη μύτη το πλησίασα και ρούφηξα
αχόρταγα τη μυρωδιά
των φρούτων που χιλιάδες χρόνια τώρα
οι άνθρωποι καλλιεργούν και κατεργάζονται
για να παράξουν το ευλογημένο αποτέλεσμα
μύριζα και μύριζα
γέμισε η ρινική κοιλότητα
το στόμα, τα πνευμόνια, η ψυχή
το σώμα, το μυαλό, το είναι γέμισε
με θεία ευωδία
και την ανάμνηση πια τώρα
της ζηλευτής του επενέργειας
κι αν ήταν σκέφτηκα εδώ
τίποτα γευσιγνώστες, τίποτα ειδήμονες
θα άρχιζαν να λεν
για ποικιλίες ορεινές ή πεδινές
για ονομασίες προελεύσεως
για πρώιμη ή όψιμη κοπή
για άνυδρη χρονιά ή με βροχές
και για τα σκεύη της παλαίωσης
και το έτος εσοδείας
για γεύσεις κι επιγεύσεις, αποχρώσεις
και άλλα ένα σωρό που μου ήτανε
αδιάφορα συλλήβδην
καθώς εμένα ενδιαφέρον μόνο μου
ό,τι κρυβόταν από πίσω
στο βάθος, στο επίκεντρο
Εκείνο, Αυτό, το Ένα
το Μάγο, το Ουσιαστικό, το Ανυπέρβλητο
εκείνο που όλα σου τα δίνει αμέσως, δια μιας
(κι ύστερα βέβαια, προοδευτικά
πίσω στα παίρνει όλα
μα τείνεις να ξεχνάς αυτό
και να θυμάσαι τ΄άλλο)
που σε γεμίζει με χαρά
αισιοδοξία, δύναμη
τάλλαντα, απαράμιλλα
και στυλ και γοητεία
και δίνει χρώματα και διώχνει μακριά
τις λύπες, τη μαβρίλα
και ήρωα σε κάνει
ή μάλλον ακόλουθο σε θέλει
πες ίσως και υποτελή
μα εγώ προθύμως
την άκρη του μανδύα του
στο μέτωπο ακουμπώ
και ασπασμούς στα πόδια όλο του δίνω
δεμένος στο άρμα του
ταγμένος δια παντός
και όλο κάτι παύσεις κάνω
κάτι διακοπές
σαν τώρα καλή ώρα λίγοι μήνες
μα πού ακούστηκε βεβαίως
μία για πάντα, δια βίου αποχή
λες κι είναι κάτι άλλο
σαν κάτι χα! ανώτερο
που να μπορεί να δώσει
στο βίο νόημα, στο καθετί πνοή.

Είμα ένα τέταρτο εκεί
όρθιος στην ίδια στάση
με τη μύτη κολλημένη
Εισπνοή! Εισπνοή!

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Κάθε φορά


Όλα τα σημάδια του καλού Θεού
ενάντια στη σκοτούρα τη μάβρη του Κακού
με έκπληξη τα δέχομαι, κάθε φορά σαστίζω
κι όλο στον εαυτό μου του λέω, του θυμίζω
μην κάμπτεσαι, μη χάνεσαι, πίστευε, αγωνίσου
για όσο είναι γραμμένο υπόλοιπο ζωής σου

κι ευγνωμονών απέραντα
εις προς τα άνω θρώσκω
μα πιο ύστερα – αλίμονο – ξεχνώ
πάλι στα σκότη βόσκω.


Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Ανταπόκριση Αυγούστου


Γεια σου, είμαι καλά
και ωραία περνώ
όμως ώρες ώρες μου λείπεις
ιδίως τα βράδια
τότε λιγάκι μελαγχολώ
έως και κάποια θλίψη με πιάνει
το ξέρεις δα πως δε μ’ αρέσει
να τρώω μοναχός
πάω συνέχεια στην κυρία Μαρία
τί καλή που είναι και ευγενική
κι ότι κάνει νόστιμο τόσο
ακόμα κι η σαλάτα, το ψωμί
χτες έφαγα κεφτεδάκια
προχτές σαρδέλα ψιλή
γλυκός ειν’ ο καιρός
μα που και που βάζει μελτέμια
κάνω μπάνια αλλά
όχι με τη συννεφιά
κάθε φορά σε διαφορετική παραλία
κοιμάμαι γύρω στις δώδεκα
ξυπνάω στις οχτώ
άλλοτε πίνω στο σπίτι καφέ
και βγαίνω το μεσημέρι
άλλοτε πάω από νωρίς στο λιμάνι
σήμερα πρόλαβα και τα ψαράδικα
που σ’ αρέσει να βλέπεις καΐκια
με τον κόσμο να ψωνίζει τα διάφορα
αξιοπερίεργα ψάρια
γύρισα τις προάλλες με τ’ αμάξι πολύ
παντού σ’ όλον τον τόπο
σε κάθε δευτερεύοντα δρόμο έμπαινα εκεί
σε πολλούς είχα πάει ξανά
σχεδόν όλοι σταματούν γρήγορα ή αργά
σε χωράφια που δεν πια
καλλιεργούνται εκτός από λίγα
ωστόσο δυο μέρη δεν τά ΄ξερα
και έχουν σημεία με εξαίρετη θέα
με κιόσκια στημένα στα ξάγναντα
που τώρα έχουνε όμως
σχεδόν τελείως γκρεμίσει
εγκαταλείπονται όλα λίγο λίγο εδώ
μα είναι στοιχείο κι αυτό
της γοητείας του μέρους
έπιασα φιλίες μ’ ένα ψαρά
πού ‘χει πόστο με το καλάμι του
όλη μέρα σχεδόν
στην αρχή της προβλήτας
τριάντα χρόνια μου είπε πως έρχεται
κάθομαι κανά τέταρτο κει
και κοιτάζω τί κάνει
θυμάμαι κι εγώ όταν ψάρευα
τα λέμε λιγάκι
ύστερα φεύγω, πάω στο καφέ
πίνω είναι η αλήθεια καφέδες πολλούς
και καπνίζω αρκετά, δε βαριέσαι
αφού είμαι σε διακοπές
(αλλά οινόπνευμα δεν πίνω καθόλου)
τρέφομαι πιστεύω καλά
για παράδειγμα με πολλά φρέσκα φρούτα
έχει σύκα παντού
που δεν τα μαζεύει κανείς
χρόνια είχα τόσα να φάω και μάλιστα
βρήκα και άγρια αχλάδια
έχουν μια υφή αλλιώτικη, αψιά
αλλά η γεύση τους είναι ιδιαίτερη, φίνα
μύγδαλα επίσης που με
πέτρες τα σπάω και να
καταναλώνω πασχίζω
όπως μου έχεις πει
νερό άφθονο και συνεχώς
πεζοπορώ και γυμνάζομαι
έκανα και τις εξετάσεις μου
σχετικά βγήκαν καλές
μια απ’ τις μέρες αυτές
λέω να πάω στην Ύδρα
και μετά σε μια ορεινή διαδρομή
γι αυτήν όπου βρήκα μια περιγραφή
στο γνωστό οδηγό
που συμβουλεύομαι χρόνια
βιβλία διαβάζω ταυτόχρονα – όπως κι εσύ –
τρία την περίοδο αυτή
ένα τόμο απάντων ποιήματα
ένα τεράστιο αστυνομικό μυθιστόρημα
και ένα αφιέρωμα
στην ιδιαίτερη μου πατρίδα
όλο κάτι γράφω κάθε μέρα σχεδόν
κι ύστερα τα δακτυλογραφώ
σ΄αυτόν το παμπάλαιο
υπολογιστή πού ‘χω ακόμα
βγάζω φωτογραφίες για τις συλλλογές
μαζεύω και βότσαλα
προσέχω το σπίτι
ωραία που είναι εδώ!...
τυχεροί που βρήκαμε είμαστε
αυτή τη γωνιά
να ‘ρχόμαστε θέλω πολλά
καλοκαίρια ακόμα
σε λίγες γυρίζω ξανά
κι από κοντά θα τα πούμε καλή μου.

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Η απόχρωση

Αγαπητοί αναγνώστες, φίλοι και επισκέπτες, το ιστολόγιο έχει σήμερα επέτειο 10 ετών από την ίδρυση του. Σας ευχαριστούμε και ευχόμαστε και εις άλλα με υγεία.

Το διάλεξα επίτηδες ιδιαίτερο
με μια απόχρωση βαθέος ερυθρού
σε ανάμιξη με ένα εκτυφλωτικό πορτοκαλί
μαλακό στην αφή, απαλό στο άγγιγμα
με μια βελούδινη υφή
εύχρηστο, εύκαμπτο, ευέλικτο
αλήθεια μου άρεσε πολύ
κι αντίθεση όμορφη που κάνανε
οι επάλληλες του τυλιγάδες
στις οργιαστικές ανάμεσα
πυκνές τις πρασινάδες

Πρόθυμο στην αρχή και πιστό
για τον κοινό σκοπό
μαζί μου να πασχίζει
πειθήνιο τις κινήσεις μου
αυτό ακολουθούσε και μάλιστα
σημαντικά με διευκόλυνε - τόσο χαιρόμουν!
πόσο φτουράει η δουλειά σκεφτόμουν
και πόσο γίνεται ευχάριστα
όποιος με βλέπει τώρα
σίγουρα πρέπει να επικροτεί
και - ίσως με φθόνο - να με μακαρίζει
μα λίγο – λίγο αρχίσαν τα προβλήματα
μάγκωνε, έστριβε
αντιστεκόταν κάθε δυο και τρεις
και σε χίλιες μεριές έπιανε να τσακίζει
αντί να με βοηθά κατέληξε
πλέον να με εμποδίζει
ειλικρινά δεν τον καταλαβαίνω
τον τρόπο τον εριστικό
το πείσμα το σαδιστικό
λες κι έχει κάποια
μαζί μου προηγούμενα
και θέλει τόσο να με εκνευρίζει
πώς είπατε;... σα να ακούτε είναι
που έχει αρχίζει να μου τη σφυρίζει;
τη βίδα που λασκάρει την ακούτε οπού τρίζει;

Κι εγώ σας λέω είναι ένα τέρας που με ταλαιπωρεί
με αγανακτεί, άνευ ελέους με ταλανίζει...
το λάστιχο ποτίσματος μισώ
ότι φριχτά με βασανίζει.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Οι πρώτοι του πλανήτη κάτοικοι


Παραλία Ιεράς Μονής Παναγίας Πολεμάρχας, παλαιά Επίδαυρος, Αργολίδα, 25/7/'017
Σε ευχαριστώ Άνε για το μίνι στυλό που βρήκα στον ελβετικό σουγιά σου (δεν είχα πάρει μαζί μου κανονικό) και που με τούτο λοιπόν το μικρό στυλουδάκι έγραψα:

Μέσα απ΄την τρύπα της πετρούλας
εις της θαλάσσης το νερό μέσα όπου μάζεψα
για να την κάνω κάποιο διακόσμημα
ή για άλλη λειτουργία χρηστική
μέσα απ' την τρύπα λοιπόν της πετρούλας
είδα την άκρη μιας φατσούλας
και δυο κατάμαυρα μικρούτσικα ματάκια...
κούνησα δυνατά, ξέπλυνα μήπως φύγει, μα τίποτα
κολλημένο ίσως εκεί με κάποια βεντούζα
πλάσμα ασπόνδυλο, αρχέγονο ον
ίδιο, απαράλλαχτο εδώ και χρόνια αμέτρητα
ο πρώτος πρόγονος του πρέπει να εμφανίστηκε στη γη
λίγο μετά του σύμπαντος τη δημιουργία
που καθώς λέει η θεωρία έγινε
μ' ένα μεγάλο μπουμ
εγώ πάντως πίσω την πέτρα πέταξα
μες στο νερό και πέφτοντας
τί ηχηρό που έκανε μπλουμ!

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Τόσο κέντρο και πάνω και κάτω


Τόσο στενή που τόνιζε τα ευμεγέθη στήθη
τόσο λεπτή που ανάδειχνε τους τορνευτούς γλουτούς
τη μέρα αυτή κάθε χρονιά ο νους μου εκεί θα πέσει
σ' εκείνη την αξέχαστη νεανική σου μέση.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο ύμνος του clochard που συναντούσα


Ούτε κρύο, ούτε ζέστη
καλοκαίρι ή χειμώνα
μήτε ξεχωρίζει καν
και ολοχρονίς φοράει
ένα λερό χοντρό μπουφάν

Γκρίζα, μπερδεμένα γένια
άσπρα, ανάκατα μαλλιά
μακριά, κατράμι νύχια
και το πρόσωπο χαμένο
από στρώματα βρωμιά

Υποδήματα που χάσκουν
λόγια ακατάληπτα
περπατά κι όλο μιλάει
ψιθυρίζει ρυθμικά

Μα τί λέει; μα τί λέει;
τί να πει θέλει μαθές
σαν ποιημάτων ήταν λέξεις
ραψωδίας σαν στροφές

...

Το συνεχές αυτό παραλήρημα
εντύπωση μου έκανε τόση
τίνος να ήτανε αυτό το ποίημα
και οι στίχοι του να ήτανε πόσοι;

Έμοιαζε κάπως έργο τρανό
παλιό, ιστορικό  και σπουδαίο
σοφό και μαζί ταπεινό
λαϊκό και αγνό, φορές ίσως χυδαίο

Δεν ήμουν του διαβάσματος άνθρωπος
των βιβλιοθηκών, των αρχείων
μ΄ένα κινητό στο διαδίκτυο
έγινα κυνηγός των στοιχείων

Μου πήρε χρόνο, κουράστηκα
λύση να μπορέσω να βρω
ήταν μυστήριο περίπλοκο
κόλπο πανούργο, φαιδρό

Δυο στίχους ο πλάνητας διάλεγε
πολύ γνωστού ποιητή
και για συμπλήρωμα διάλεγε
στο μυαλό ότι του ΄ρθει...

Λυτρώθηκα από την αγωνία, το μπέρδεμα
και λύθηκε μου η απορία
ήταν η χειρ του Διονυσίου Σολωμού
κι ο «Ύμνος στην Ελευθερία»:

«...
Πότε θα σιγάσει τούτο
και πάψει το βιολί
δεν ειν΄εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλή

Ταπεινότατη μου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή
και αντί αμήν κι ελέησον
ξεστομίζω όλο αλί

Δε θα πάψω, να σωπάσω
να τ΄ακούνε τα παιδιά
και το στόμα θα φωνάζει
όσα αισθάνεται η καρδιά

Λεύτερος πια κάθε μέρα
να κοιτώ τον ουρανό
και την χήτη να τινάζω
σα λιοντάρι Ισπανό

Ό,τι ήμουν τ’ απαρνιέμαι
τώρα ζω όπως μποράω
δε μιλώ και δεν κουνιέμαι
στις βρισιές όπου αγροικάω

Τα πολλά δεν ειν΄ανάγκη
ότι έχω μου αρκεί
μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί

Το σκληρό ψωμί κομμάτι
που σου δίνει η ζητιανιά
να σας φθάνει – αποκριθήτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά

Πάρεξ απ’ ότι φοράω
δεν έχω ούτε αλλαξιά
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά

Διώχνω κάθε κακή σκέψη
κάνω τη να παταχθεί
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθή

Τόση μάνητα και ζάλη
που στοχάζεσαι μη πως
ξέφυγε τούτος ο κόσμος
πια δεν είναι λογικός

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί
μια ανάσα στην αντάρα
πόθησα,... μία στιγμή

Της αυγής δροσάτο αέρι
δε φυσάς τώρα εσύ πλιο
α! της μάνας μου το χέρι
ένα όραμα παλιό

Φρικτά όντα, συνεπεία
της απαίσιας σας φερσιάς
τα παιδιά σας θελ’ ιδήτε
πόσο μοιάζουνε με σας

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικά
κι όσα είχαμε τα πλούτη
ήταν όλα δανεικά

Ποιοί ειν’ αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή
ο εχθρός μέσα έχει έμβει
κι όποιον βρίσκει τον χαλεί

Α! το φως που σε στολίζει
σαν ηλίου φεγγοβολή
σύ ‘σαι η λαμπρή ελπίδα
σύ ‘σαι η μοίρα η καλή

Σήμερα άπιστοι εγεννήθη
ναι – του κόσμου ο Λυτρωτής
ο Σωτήρας, ο Ποιμένας
ο Ιατρός, ο Φωτιστής

Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε
εγώ ειμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ
και παντού κάνει αντάρα
και βαθύ χλαπαταγό

Ποίος ειν’ άξιος να νικήση
ή με σε να μετρηθή
αγνέ, άχραντε Πατέρα
άγιε, αλάνθαστε Κριτή

Ποίος στον σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθή
ποιός προσεύχεται κι ελπίζει
τον Παράδεισο να ‘ρθει

Εις αυτήν, ειν’ ξακουσμένο
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
στην αγάπη, στην φροντίδα
γλυκογάλατε μαστέ

Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή
το Έλεος, η Θεία Χάρη
η ακλόνητη πυγμή

Μα... εγώ ό,τι κι αν λέω
με περνούν για παλαβό
Βασιλείς! ελάτε, ελάτε
και κτυπήσετε κ’ εδώ
.....»

Το βρήκα λοιπόν και ησύχασα
άλλαξαν και τα γραφεία στη δουλειά μου
τον ποιητή του δρόμου πια έχασα
πάει αυτός – κι εγώ πάω, λίγο λίγο, καλλιά μου.

  
Σημ.: Στίχοι δανεισμένοι και ενίοτε ελαφρώς τροποποιημένοι, από τις στροφές: 10, 14, 19, 23, 28, 36, 42, 58, 60,  63, 70, 73, 78, 80, 93, 94, 97, 98, 102,  109, 123, 155, 158
Clochard – γαλλιστί ο άστεγος, ο πλάνητας, ο αλήτης

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Πρώτη σημείωση στο καινούριο Moleskine (σημειωματάριο τσέπης αριθμός VΙ)


18/6/’017

Καινούριο τεφτέρι ξεκινώ
να που έγινε πάλι το ευκταίο
για ευλογία και χάρι προσκυνώ
να μην είναι -αλί- τελευταίο.

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Πρώτη σημείωση στο καινούριο Moleskine (σημειωματάριο τσέπης αριθμός V)


22/4/’015

Εμπρός λοιπόν
και γράφε αράδα
τα Moleskine τα τεφτέρια σου μ’ αυτό
γίνονται πια πεντάδα.

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Τα "αρρωστάκια"


Δυο ηλικιωμένοι άντρες περιμένουν σε στάση δημόσιου λεωφορείου, αλλά επιβιβάζονται σε ιδιωτικό, Αμπελόκηποι, Αθήνα, 6/7/'017, μεσημέρι

Τριμμένα ρούχα
παλιά υποδήματα
πανάρχαια ζώνη
μάγουλα αξύριστα
και μαδημένα
άσπρα μαλλιά
φτηνά τσιγάρα
ώρα στη στάση
δίχως μιλιά
το στόμα μόνο
σα γέλιο σκάει
στο μάτι κάπως
μια λάμψη αστράφτει
σαν καταφθάνει
μεγάλο πούλμαν
κομψό και φίνο
πού 'χει μπροστά
μια πινακίδα
που λέει "Καζίνο".


Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Μαζευτείτε, ενωθείτε


Τραγούδι ("Gather Round"), του αμερικανού τραγουδοποιού και πολιτικοκοινωνικού ακτιβιστή David Rovicks, οι στίχοι και η ηχογράφηση εδώ, μία ζωντανή εκτέλεση εδώ, μετάφραση στίχων Χ. Δ. Τ.

Μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
συναχθείτε γιοι του μόχθου, δυχατέρες της δουλειάς
σεις που βγάζετε ντομάτες
σεις οι καλλιεργητές
σεις που γράφετε τον ήχο
που ανασταίνετε παιδιά
στην πυρά που ιδροκοπείτε, της κουζίνας, της φωτιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
σεις που κάνετε τη λάτζα
τη φασίνα κάνετε
σεις που χάνετε το στόχο
τα χαντάκια ανοίγετε
κι αν οχήματα παρκάρεις
τάφων κι αν είσαι σκαφτιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε άνθρωποι της εργατιάς

Όλοι οι εργάτες ενωθείτε
σεις οι προγραμματιστές
οι δασκάλοι, οι πισσαδόροι
οδοποιοί, καθηγητές
οι τραινοδηγοί συρμών
όπου αν πάνε μακρυά
κι οι σωφέρ των λεωφορείων
έλα ενώσου εργατιά
κι αν δεν έχετε για νοίκι
διπλοβάρδιες κάνετε
και δε σας περσέβει χρόνος
στο δρόμο αν κοιμόσαστε
και αν τρέμετε απ’ το κρύο
στις σκιές κάθε γωνιάς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς

Μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
που τραβάτε τις ταινίες
ηθοποιοί του σινεμά
σεις που ζείτε από την πένα
που ο στρατός σας ειν’ δουλειά
που χειρίζεστε τα όπλα, του αέρα, της ξηράς
μαζευτείτε, ενωθείτε, άνθρωποι της εργατιάς
μαζευτείτε και θα βρείτε
πως αν είσαστε μαζί
κάθε εχθρός πίσω θα κάνει
που μπροστά σας θα σταθεί
όπως το νερό κυλάει
κι η ιστορία μαρτυρά
τους εργάτες ενωμένους
τίποτα δεν τους νικά.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Μόλλυ Ρόουζ


Τραγούδι ("Molly Rose"), του αμερικανού τροβαδούρου Willy Tea Taylor, οι πρωτότυποι στίχοι στο σύνδεσμο, μία ηχογραφημένη εκτέλεση εδώ και μία ζωντανή εκτέλεση εδώ, μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

  
Κανείς φόβο δεν είχε ή το σχέδιο του να ξέρει
του ανθρακωρύχου Λη Μακ Γκόουαν, απ’ τα ψηλά που ήταν μέρη
που ως αργά έμενε μόνος κοντά ένα χρόνο
και το ψυθίριζε όσο, αυτός ν’ άκουε μόνο

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Η Μόλλυ Ρόουζ καλλονή ήταν μα πόρνη
κανείς δεν την πήρε για βραδιά μία και μόνη
και μια νύχτα σαν αυτές που το τσακάλι ουρλιάζει
απ’ του φεγγαριού τις σκιές, ο Μακ Γκόουαν πλησιάζει

Να σου πάρει Μόλλυ ήρθε στο πορνείο τη ζωή
δυο πιστόλια κουβάλαε και κάμα μια κοφτερή

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Απ΄την ομορφάδα της έχασε αυτός τη μιλιά του
κάθε άντρας την ήθελε να είναι δικιά του
το γέλιο της πάγωσε σαν τον είδε μπροστά της
και μια ανάμνηση άσχημη της ήρθε παλιά της
το Λη Μακ Γκόουαν τον ήξερε εδώ κι ένα χρόνο
να τον σκοτώσει δε μπόρεσε παρά λίγο μόνο
η σφαίρα τον πέτυχε μα στάθηκε τυχερός
και να! σήμερα γύρισε σκληρός τιμωρός

Μόλλυ Ρόουζ κινάω για σένα
κι αν ενάντια σταθεί θα σκοτώσω καθένα
ποτάμι το αίμα πλατύ θα χυθεί
κι ως την Κόλαση Μόλλυ θα πλέουμε μαζί

Την πήραν τα κλάμματα σαν είδε ποιός ο σκοπός του
και στο πορνείο όσοι βρίσκονταν στάθηκαν μπρος του
πιστολιές ακουστήκαν, παντού πέφταν κορμιά
όρθιοι στο τέλος μείναν οι δυο τελικά
πληγωμένος βαριά μ’ έξι σφαίρες στο σώμα
το μαχαίρι του έβγαλε και χαμογέλαε ακόμα
κι απ’ το φόβο της Μόλλυ, έτρεμε το κορμί
στο λαιμό με τ’ ατσάλι της ψιθύραε στ’ αυτί

Μόλλυ Ρόουζ ήρθα για σένα
κι ενάντια που στάθηκε σκότωσα τον καθένα
α, το αίμα πώς χύθηκε, ποτάμι πλατύ
ως την Κόλαση Μόλλυ, έλα να πλέουμε μαζί.


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η σβέση


Δεν απωλέσθη η κάθε ελπίς
αίματος σαν υπάρχει ακόμα ρανίς
μα αν φύγει, αν πέσει, εάν κυλήσει
το σώμα δεν είναι άλλο να ζήσει
μάταιο είναι πια του λοιπού
ήρθε η ώρα του τέλους και του χαμού
η ιστορία αυτή ήταν μιας ακόμα ψυχής
και σβένει και πάει η ύστατη αχτίς.


Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Ο σκοταδόψυχος*


Θέλω να γίνω γλύφτης
στη θέση αυτού που γλείφει
δεν κάνω για ιππότης
αλλά για καταδότης
και ούτε για Ρωμαίος
μάλλον για αρουραίος
μήτε ποθώ τη νίκη
σέρνομαι σα σκουλήκι
γω δεν είμαι συνεπής
μα γλοιώδης, χαμερπής
δεν στέκω για αγωνιστής
προτιμώ βασανιστής
τη φτύνω την πατρίδα
ζηλεύω την ακρίδα
κατακτητές περάστε
παράσιτα ακμάστε
τέλος η ευδοκιμία
θέλω να έρθει πανδημία
μωρά, παιδιά στο πόδι
για τη σφαγή του Ηρώδη
κανένα σεβασμό
γυναίκες για βιασμό
φωτιά και στη θρησκεία
πλημμύρα και κακία
πείνα με δίχως τελειωμό
κι όποιος αντέξει το λιμό
δεν προσβλέπω σε σωσμό
προσδοκώ κακό χαμό
δεν περμένω αγιασμό
δρέπανο και Θερισμό
ούτε έχω ένα πιστεύω
ένστιχτα άγρια μόνο θρέβω
υψηλό να μην πρευσβεύω
να κουρσεύω, να βατέβω
τους γονείς δεν τους τιμώ
έλκομαι απ’ τον ξεπεσμό
κι από κάθε καλωσύνη
προτιμώ αγνωμοσύνη
δεν μετρούν διόλου οι αξίες
διαστροφές, ανωμαλίες
τους πτωχούς τους κατατρέχω
και σωρεύω για να έχω
αντί τον άγιο Πάολο
προσκυνώ τον Διάολο
θεϊκό το χάρισμα;
φτού! γαϊδάρου γκάρισμα
από γάμου χορωδία
πεθυμώ μια σε κηδεία
«με αγάπη κι ευλογία»
πω πω φρίκη! τί αηδία!

από Δύναμι και Χάρι
κάλλιο ο Χάρος να με πάρει
κι από «εν τω Παραδείσω πρώτος»
επιλέγω άφατο σκότος.


* Σημ. Ο τίτλος είναι "δανεισμένος" από το ομότιτλο ποίημα του εμβληματικού ποιητή Τιμολέοντος Φανφάρα και την ταινία "Ξύπνα Βασίλη" 1969 σε σενάριο - σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη (1923 - 2010), βασισμένη σε θεατρικό του Δημήτρη Ψαθά (1907 - 1979). Απαγγελία του ποιήματος, από τον ίδιο τον ποιητή μπορεί κανείς να ακούσει εδώ.

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Πόθεν;


Αυτό το άγχος
που με τρελλαίνει

με παραλύει
με διαλύει
πάνω που λέω:
«καλά είμαι τώρα»
συγκροτημένος
θωρακισμένος...

από πού μπαίνει;

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Πού;


Α ρε Νικοκαρούζοι, Μιλτοσαχτούρηδες
Γιαννηβαρβέρηδες, Μιχαληκάτσαροι
Νικαββαδίες πού είστε;

Πού ‘στε ρε Αντρεμπειρίκοι
Νικογκάτσοι, Τακησινόπουλοι
Γιωργοσουρήδες, Κωστοκρυστάλληδες
Θανοβελούδιοι πού ‘στε;

Ρε Γεωργοβυζίηνοι, Κωνστακαβάφηδες
Διονυσιοσόλωμοι, Ρωμοφιλύρηδες
Γιαννησκαρίμπες, Κωσταβαρνάληδες, Αργυροχιόνηδες...

Πού ΄στε μωρέ και μας
έχει φάει η μαρμάγκα;

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Περπατώντας μεσημέρι στο Γουδί


Βαίνοντας ταχέως προς τη ολοκλήρωση
της πέμπτης δεκαετίας
του ανωφελούς μου βίου
μια μέρα όπου με είχε
ως συνήθως κυριεύσει
αυτή η ανεξήγητη
ευρύτατη η θλίψη
κι επερπατούσα σέρνοντας τα βήματα
και αναλογιζόμενος τα τόσα τα προβλήματα
τις στεναχώριες τις πολλές
και τις αρρώστιες, τους νέους μου μπελάδες
κι έλεγα «Θε μου άδικο,
γιατί σε με σχεδόν ποτέ
γλυκειά Ανατολή
και όλο το βαρύ, το μελαγχολικό
το λυπηρό το δείλι;»
ώσπου διαλύθηκαν οι σκέψεις
σκόνη γίνανε
στο θέαμα του νέου κοριτσιού
έξω απ’ το τμήμα ογκολογικό
στην κλινική των παίδων
καθόλου όπου δεν είχε το κακόμοιρο μαλλιά
και που την κεφαλή του κάλυπτε
ένα πολύχρωμο μαντήλι.


Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο εγκλεισμός


Μα δεν καταλαβαίνεις πια;
Μπα σε καλό σου!
Δεν είναι η γειτονιά, το διαμέρισμα
δεν ειν΄ οι άνθρωποι
δεν είναι η δουλειά
η φυλακή

μα το μυαλό σου.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Δεν τον χωνεύω το γιατρό


Μηδέ να πιεις γουλιά καφέ
ουδέ πρέζα ταμπάκο
και σπίρτο ούτε μια σταλιά
την εντολή σου δίνω
και γράφω μία συνταγή
για ένεσες, κινίνο
να τρως μονίμως ελαφρά
βραστά κυρίως φαγητά
πολύ να μην κουράζεσαι
φιλότιμα να εργάζεσαι
να αποφεύγεις τη βροχή
το κρύο και τα χιόνια
κι άμα σταθείς πειθαρχικός
θα ζήσεις κι άλλα χρόνια.

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Με τις υγείες μας!


Παρόρμησα αίφνης ορμεμφύτως
ενήργησα έτσι αυθορμήτως
δεν άντεξα να βράζω
εντός μου λες και τάχα ανεπαισθήτως
και ρώτησα ωστόσο χαμηλώνοντας
το βλέμμα από τα μάτια τα μαγνητικά
αν έχω κάποια ελπίδα
και με βελούδινη φωνή
ήρθε η απάντηση στυγνή:
"Καμμία απολύτως!".

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Όλα κοντά


Το να μένεις στο κέντρο της πόλης
έχει ασφαλώς κάποια προνόμια
κύριο από αυτά είναι όπως λεν όλοι
πως έχεις τα πάντα "μέσα στα πόδια σου"
πάει να πει δηλαδή
πως κοντά γύρω είναι όλα
το ξέρω καλά διότι βλέπεις
τυγχάνω γέννημα θρέμμα
θυμάμαι ας πούμε
στον καιρό της νεότητος
ότι δεν πήγαινα ποτέ
σε άλλη γειτονιά
αφού οι φίλοι και γνωστοί
στο κέντρο έρχονταν πάντα
όπου οι επιλογές για διασκέδαση
και αναψυχή ήταν τόσες πολλές
πόσα γύρω που είχε!
ααα!... ο καιρός  της νεότητος!...
ααα! οι αναψυχές και οι διασκεδάσεις...
μα περνούσαν τα χρόνια μετά
και βούλιαζα εγώ
βυθίζομουν εντός μου
μέχρι που είπα μια στιγμή πως
"φτάνει πια, δεν είμαι ο εαυτός μου"
κάτι πρέπει να κάνω
και μετά από ψάξιμο
παρατεταμένο και προσεκτικό
βρήκα έναν όμιλο φυσιολατρικό
που ήταν κι αυτός κοντά πολύ
ούτε περπάτημα δέκα λεπτών
κι έλαβα εκεί εκπαίδευση ειδική
που σε καθιστά ικανό να
μπορείς να επισκέπτεσαι
σημεία της φύσης απάτητα μπορεί
ή εν πάσει περιπτώσει απροσπέλαστα
από κοινούς ανθρώπους και
ενθουσιάστηκα πολύ με αυτές
τις νέου τύπου δραστηριότητες μου
καθώς και με τους φιλικούς κι ενθουσιώδεις
καινούριους μου εκεί συντρόφους
και είπα βρήκα πια το δρόμο,
βρήκα τον τρόπο να περισώσω
πριν είναι αργά το κορμί και το μυαλό
μα αλίμονο, γρήγορα πολύ βαρέθηκα
και άρχισα πάλι τις παλιές
γνώριμες δραστηριότητες
αυτές που λειώνουν το κορμί
και που τσακίζουν το μυαλό
κι έφτασα έτσι ως τα τώρα
και τόσο που άντεξα απορώ
κι ήρθα που λέμε στο Αμήν
και λίγο πριν
επιχείρησα μια τελευταία
προσπάθεια απονενοημένη
(σκέφτηκα "τί άλλο μένει;")
κι έτσι εδώ λίγο καιρό
πάω σχεδόν καθημερινά τα απογεύματα
στην ομάδα αλληλοϋποστήριξης
αυτών που έχουν ξεκινήσει
προσπάθεια απεξάρτησης
και -κοίτα πώς καμμιά φορά τα φέρνει-
η αίθουσα των συγκεντρώσεων
είναι κι αυτή κοντά
μάλιστα εν σχέσει με το μέρος
που προηγουμένως αναφέραμε
μόλις στο διαγώνιο τετράγωνο
απ' την απέναντι μεριά
της λεωφόρου.


Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Εύρεση πολύ σπανίως, απώλεση σχεδόν μονίμως


Πιάνω μερικές
σπάνιες φορές τον εαυτό μου
Ανώτερα να στέκεται
και είναι όλα απλά, καλά
βλέπω ξεκάθαρα
και συναισθάνομαι
και όλο λέω:
"Θυμήσου το!
Θυμήσου το αυτό!"...
μα ύστερα χάνομαι.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Αυθόρμητος δημιουργός, αυτοσχεδίων έργων λαϊκών


Δια βίου στις παρυφές της ποιότητας
πάντοτε στην πλευρά της ευτέλειας
διακονούσε ποικίλες
εκφάνσεις μορφών
διαφόρων της Τέχνης
ποτέ αμειβόμενος
χαμηλής αναγνώρισης
άνευ μαικήνος
σταθερά ερασιτέχνης
ιδίοις εξόδοις
με μέσα και ύλες
φθηνά, ταπεινά
στην αδιαφορία εσυνήθισε
κι εκπλησσόταν αν αίφνης
σαν κάποιος εξέφραζε
κάποιο εγκώμιο
μπορεί ένα σχόλιο
δια λόγου ή γραπτό
θερμό, θετικό
διότι αυτό αναζητά
και αρκείται για να
δρα ο καλλιτέχνης
ο συνεπής κι πιστός
ελάσσων έστω αυτός
για τα έργα του ζει
άλλο δεν έχει να πει
και υπάρχει αν μόνον
με πίστη, σπουδή
ως αυτός το αισθάνεται
να περνά ο καιρός
και να δημιουργεί.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ο ήχος του κώδωνος*


Πόσο μισώ τον ήχο που ασκούν τα ξυπνητούρια
ανέκαθεν από παιδί
τότε που είχαμε εκείνα τα παλιά μηχανικά
κι ύστερα βγήκαν ηλεκτρονικά ρολόγια
επιτραπέζια αλλά και της χειρός
κι ακόμα πιο μετά συσκευές ένα σωρό
και υπολογιστές και τηλεφωνικές
κι εγώ δεν ξέρω άλλο τί
με ενσωματωμένη ανάμεσα απ' τις πολλές
τις εν πολλοίς τις άχρηστες και τις σαχλές τις λειτουργίες
κι εκείνη του ξυπνητουριού
και μάλιστα οι επιλογές πια είναι αμέτρητες
τον ήχο να διαλέξεις
από μοτίβα αφάνταστα πολλά
και από κάθε πρακτικά που επιθυμείς τη μελωδία...
αδιάφορο! - όσο κι αν είναι η συμπεριφορά διακριτική
καλλιεπής, κομψή όλο στυλ και χάρη
εγώ τα ξυπνητούρια τα αποστρέφομαι
ότι τον ύπνο μου στερούνε  το γλυκύ
και με αποσύρουνε από ενδεχομένως
όνειρα ευάρεστα, μα πιο πολύ
διότι με τρόπο άκαρδο, σκληρό
μ΄επαναφέρουν για άλλη μια φορά
σε τούτη την ανούσια και τη στεγνή
έως και συχνά τη ζοφερή
πραγματικότητα.


* Σημ. Τίτλος δανεισμένος από το ομώνυμο θεατρικό έργο (1951) του Γιάννη Σκαρίμπα, 1893 - 1984. 

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Αντιφασουρεάλ (με καταληκτική παράβαση*)


Ένας οκνηρός εργάτης
κάποιο φίδι κολοβό
ο δειλός ο στρατηλάτης
τα αγνό το πονηρό

Ο πιστός ο Καζανόβας
ο εραστής ο μοναχός
ο αρχιερέας Αννίβας
ο ανυπόμονος Ιώβ

Ο καθ’ έδρας αμφιβάλλων
ο τραυλός ο γλαφυρός
ο κυκλόσχημος ο ρόμβος
και ο άθεος πιστός

Ξανθογάλανος φελάχος
με φολίδες ποντικός
ιριδίζον κιαροσκούρο
και ηφαίστειο ψυχρό

Κομψότατο σκιάχτρο
δύσμορφη κούκλα βιτρίνας
μελωδία ανυπόφορη
γλυκειά βοή της σειρήνας

Μεγαλόπρεπη καλύβα
πλίθινο ανάκτορο
ζωηρή πολύ αδράνεια
δράση δίχως διάφορο

Μια φραουλιά ευθύκορμη
κατάφορτη μια λεύκα
αειθαλλής παλιά συκιά
και φυλλοβόλα πεύκα

Ένας γλύπτης χωρίς χέρια
ένας μουσικός κωφός
υποβρύχια περιστέρια
ήλιος κρύος, δίχως φως

Αχαλίνωτη παρθένα
πόρνη όλως εγκρατής
απ’ το ύψος του πυθμένα
αεροπλόος πειρατής

Βυρσοδέψης οικολόγος
και σφαγέας σπλαχνικός
μονομάχος φοβιτσιάρης
κλόουν λίαν σοβαρός

Ήσυχο πολύβουο κέντρο
θορυβώδης ερημιά
ξαστεριά στην καταιγίδα
θύελλα κι απανεμιά

Δύτης ύψους, άλτης βάθους
αναχωρητής του πάθους
πείσμων και μεταννοών
ευσεβής κατά Θεών

Ν’ αποβάλλεις το Κακό
κλώσσα το σαν το αυγό
ζημιά πια θε να σου κάνει
και το σώμα σου να γειάνει

Σε γη σπόρος καρπερή
στέρφα, άγονη, ξερή
νέος καλλιεργητής θα μάθει
να! φυτρώνει ένα αγκάθι

Φαραώ ρακκοσυλλέκτης
αχθοφόρος βασιλεύς
Ελευσίνιος Αθηναίος
Σπαρτιάτης Μεγαρεύς

Ο μαρμάρινος Πινόκιο
ένας ξύλινος Ερμής
τα μυστήρια της Ευρώπης
Μεσαίων της Ανατολής

Στη στεριά ζει όρθιο ψάρι
σκούφια βάζει ο σεφ μαβιά
ο ψαράς τρώει κοκορέτσι
κι ο ποιμένας κακαβιά

Φιδές μ΄άφθονο το άλας
μ’ άνευ τσιμένι παστουρμάς
εκδοχή ίσιας κουτάλας
και ατύλιχτος ντολμάς

Θεοσεβής στριπτήζ χορεύτρια
αστυνόμος κλεφταράς
ελεήμονα αναγνώστη
οίκτο δείξε – μη βαράς.

 Σημ. Παράβαση: μέρος του έργου στην Αρχαία Κωμωδία, περί το μέσον της παράστασης ο χορός απευθύνεται στο κοινό εκτός υπόθεσης και μεταφέρει σκέψεις, παραινέσεις, προτροπές και παρακλήσεις του δημιουργού. 

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Μου άρεσε πιο πολύ


Θέλω να γυρίσω πίσω
μου άρεσε τότε πιο πολύ
που δεν εκάναμε ονλάιν κρατήσεις
και δεν υπήρχανε αυτόματα εκδοτήρια
που ήταν άνθρωποι να κόβουν εισητήρια
που είχε ταμίες στα θεάματα
στο σινεμά, στα θέατρα
και εισπράκτορες στα μέσα της μεταφοράς

Δε γίνεται, μου λέτε, να ανασχεθεί η πρόοδος
να διακόψεις την πορεία των πραγμάτων
να σταματήσεις να μεγαλώνει ένα δέντρο

Μα δεν ακούω τί μου λέτε
γιατί σκεπάζει τις φωνές σας
εκείνη του εισπράκτορα
που μέσα απ’ το βραχνό μικρόφωνο
προτρέπει εμάς τους επιβάτες
και μας καθοδηγεί:
«προχωρείτε παρακαλώ, έχει χώρο
προχωρείτε προς το κέντρο».

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Ώρα τετάρτη πρωϊνή (περίπου)


Τί κάνει άραγε
τέτοια προχωρημένη ώρα της νυκτός
με φως στο υπνοδωμάτιο
και ανοιχτά πατζούρια
ξέχασε φαίνεται
πως κάποιος μένει απέναντι
τρεις μήνες έλειπα κοντά
και μόλις μπήκα απ’ τ’ αεροδρόμιο
τί κάνει μπρός απ’ τον καθρέφτη
μονάχη παίρνει πόζες
λιγνό κορμί και θελκτικό
για ποιόν κάνει τις πρόβες
θεόγυμνη, φορώντα μοναχά
ένα ζευγάρι γόβες.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Οι σαγιονάρες


Θάρρησα κάποια στιγμή
της ολιγόμηνης της σχέσης
πως διάρκεια θα είχε
όλα σχεδόν τα βράδια
κοιμόμασταν μαζί
τα πιο πολλά
η αλήθεια είναι, σπίτι της
αλλά και κάποια στο δικό μου
πήγα λοιπόν και πήρα μια οδοντόβουρτσα
που δίπλα στην προσωπική μου
έβαλα στο ποτήρι
επίτηδες τη διάλεξα
σε χρώμα ροζ
εγώ είχα μπλε
κι επίσης πήγα, πήρα
- προχωρημένη βλέπεις Άνοιξη –
ένα ζευγάρι σαγιονάρες
κόκκινο - ροζ χρώμα ήταν κι αυτές
με άσπρες βουλίτσες
πολύ χαριτωμένες
νούμερο τριανταεπτά
και δίπλα τις έβαλα
στις μαύρες - χακί δικές μου
σαρανταέξι νούμερo

Αλίμονο, ελάχιστες φορές χρησιμοποιήθηκαν
σε ενός χεριού δάχτυλα μετρημένες
έγινε ένας τρομερός καυγάς
που εγώ προκάλεσα
εξ ασημάντου αφορμής
με εντάσεις και φωνές 
και συμπεριφορές οξείς και άσχημες
λάθος μου, το κατάλαβα μετά
και ύστερα από χρόνια απολογήθηκα
κι έτσι μια μέρα
πήρα την οδοντόβουρτσα
και πήγα λίγο πιο πέρα από το σπίτι
στον κάδο ανακύκλωσης
όπου την πέταξα
και δίπλα ακούμπησα στο δρόμο
τις σαγιονάρες το ζευγάρι
μήπως τις θέλει να τις πάρει
κάποια περαστική
ή για την ίδια
είτε για μια της οικογένειας
ή κάποια φίλη
ή ίσως κι ένας άντρας αντιστοίχως
για κάποια του κύκλου του γυναίκα
και γύρισα πίσω όπου πάλι μοναχή
ήταν η οδοντόβουρτσα μου στο ποτήρι
και το ζευγάρι οι σαγιονάρες μου
μες στην παπουτσοθήκη
μονάχο και αυτό σαν πριν...

Και ύστερα από λίγο καιρό
μπήκε για τα καλά το Καλοκαίρι.


Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Ο Μύλος


«Ξεκίνα» ακούγεται η μέσα μου φωνή
«πόσο πια θα το καθυστερήσεις;
Πρέπει να πας και στη δουλειά!...»
«Μα εκεί έξω» αρθρώνω τον αντίλογο
«είναι ένας θίασος τεράτων
(που – αλίμονο – νομίζω
μέλος του αποτελώ κι εγώ)
ένας γκροτέσκος όμιλος»
«Βγες έξω τώρα!»
πάλι ακούγεται επιτακτική
«σε περιμένει νέα μέρα,
η ζωή σε περιμένει...
ο κρεατόμυλος».

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Φυλαχτείτε


Έπιασε Μάης
έσκασε ζέστη
γέμισε πάλι
γύρω όλο έξω
με θηλυκούς εκτελεστές
άμα πλησιάσεις
σα σοκ παθαίνεις
σε διαπερνούνε
ισχυρά βολτ
όπλο δεν έχουν
μόνο ένα άσπρο
ζευγάρι στήθη
κι ένα ανοιχτό
βαθύ ντεκόλτ.


Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Θ' αρχίσουνε σε λίγο να ξεβάφουν ένεκα επικείμενο το θέρος μα σήμερα ας φτιάξουμε στεφάνια - καλό μήνα!


Άγρια λουλούδια
κι άνθη κάθε λογής
σε όλα τα χρώματα
που βάζει ο νους σου
κι ακόμα μερικά
με φόντο πράσινο
σε κάθε πιθανή διαβάθμιση
χλόη φουντωμένη
σπαρτά, αυτοφυή
ααα! η Ελλάς την άνοιξη
πήγαμε σήμερα
το έθιμο να τηρήσουμε
λίγα μόλις χιλιόμετρα
έξω από την πόλη...
τί πανδαισία!

Πρωτομαγεία!

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Ο αντάξιος


Άμα το δω το πράγμα από απόσταση
ψύχραιμα και αντικειμενικά
μιλώ για την - όποια- δική μου αξία
εν σχέσει με αυτήν των
- ο Θεός να τα κάνει – στιχουργημάτων μου
σε κάποια, ελάχιστα, κατώτερος προκύπτω
όπως και ανώτερος κάπως σε μερικά
μα στην πλειοψηφία τη σχεδόν ολοσχερή
ισάξιος ακριβώς νομίζω
και ειναι αυτή μια νομοτέλεια
μία δικαίωση, μια ισορροπία
μια αρμονία είναι
εκ τούτου και τα βράδια
αφού έχει τελειώσει
άλλη μια μέρα συγγραφής, διορθώσεων
επιμέλειας και φροντίδας
και αφού βεβαίως έχω φάει τη σούπα μου
μακάριος και ήσυχος κοιμούμαι.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Η κατάντια


Α ρε καημένε πώς κατάντησες
που ήσουν άρχοντας και έπινες
το ένα κατόπιν του άλλου
τα πολυάριθμα σκοτς ον δη ροκς
ή τα εκλεκτά και σπάνια
ουΐσκυ μωλτ τα σκέτα
αργά με απολαυστικές γουλιές
ή παγωμένη μπύρα
σε δυσθεώρητες ποσότητες
(το αγαπημένο σου ποτό)
και οίνο άφθονο
λευκό, ροζέ ή ερυθρό, αναλόγως
τα συνοδευτικά πλούσια εδέσματα
ή τα αρωματικά, τα δυνατά αποστάγματα
κι ακόμα τόσα τζιν και βόντκα και μαρτίνι

Α ρε κατακαημένε πώς κατάντησες
τώρα στου εξεταστηρίου την αναμονή
έξω απ' τον τομογράφο τον αξονικό
γουλιά γουλιά από ποτήρι πλαστικό
το διάλυμα να καταπίνεις το πικρό
με τη γαστρογραφίνη.

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Πεινώντος λόγος παραληρηματικός (η δίαιτα)


Κόλλησε το στομάχι μου στην πλάτη
κάνε κάτι, κάντε κάτι

Τρεις μέρες σωστές έχω να φάω
και πεινάω, πώς πεινάω

Μισός έμεινα πού 'χα κορμάρα
τί ζαλάδα, τί κομμάρα

Αχ! φέρτε μου μία βαθιά πιατέλα
έλα, έλα, έλα, έλα

Με αχνιστή και πλούσια καρμπονάρα
στην κοιλιά μου κάνει αντάρα

Και αρνί στη γάστρα με πιλάφι
ή κυνήγι, άγριο ελάφι

Μια σαλάτα όλο βιταμίνη
μια τσιπούρα, ένα λιθρίνι

Γεμιστή αλανιάρα μια πουλάδα
και μια χύτρα φασολάδα

Ό,τι υπάρχει θα τα φάω όλα
κι επιπλέον μια μπριζόλα

Κι ένα γλύκισμα για να τελειώσω
α, θα πλήρωνα όσο όσο

Σκληρά της πείνας κι άγρια τα εδάφη
άγριο ελάφι, άγριο ελάφι

Ζω μονάχα μ΄αυτήν την ελπίδα
δώστε μια οδοντογλυφίδα.


Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Ο αγρός


Καταραμένος τόπος, άγονος, ξερός
άνυδρη γη θρυμματισμένη
πέτρες και σκόνη
κι ούτε ένα δέντρο για να ρίχνει
παρηγορητική σκιά
ούτε ένας θάμνος θαλερός
ένα ανθοφόρο
να ξεκουράζει τη ματιά
και την ψυχή
ούτε δα ένας νεαρός βλαστός
πράσινος, τρυφερός και νέος

στον αγρό του Κεραμέως.

Μεγάλο Σάββατο '017

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Οι λουόμενοι


Δεν ειν' μόνο κάθε μέρα
την περίοδο αυτήν
που σταυρώνουμε τον Κύριο και Θεόν
είναι κάθε μία μέρα
σα βροχή στάζει το αίμα
Αυτού εφ΄ημάς
και επί τα τέκνα ημών.


Μεγάλη Παρασκευή '017


Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Η μια πλευρά κι η άλλη


Γλυκεία που είναι
καθώς λεν'
η αμαρτία
όταν βυθίζομαι εντός της
πόσην πολλήν που μου παρέχει
παρηγορία
μα πάλι...
οσάκις καταφέρω
μακρά της για να κρατηθώ
και να διάγω βίο
ήσυχο και ειρηνικό
τότε μονάχα νοιώθω
εν απαρτία.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Το χατίρι


Για πολλοστή φορά
δέκατη τώρα ημέρα
με αγωνία προσπαθώ
απ’ την απαίσια συνήθεια
να απεξαρτηθώ
και ταπεινόφρονα ζητώ
Θεία Χάρις, Θεία Πρόνοια
γλυκειά Μητέρα του Θεού
φύλακες Άγγελοι, να βρω
σ’ ετούτη την απόπειρα τη δύναμη
και να μου γίνει το χατίρι 

σκέτο χυμό γεμίζω το ποτήρι. 

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ποιός ανήκει πού


Χρόνια και χρόνια
πάντα δηλαδή
εκ γεννετής που λένε
στην ίδια γειτονιά
και κάθε Σάββατο
στην ίδια λαϊκή αγορά
στην περιλάλητη λαϊκή
της Καλλιδρομίου, στα Εξάρχεια
σαν ήμουνα παιδί
με τις θείες ή τη μάνα μου
με παίρνανε μαζί να με προσέχουν
να μη μ΄αφήνουν μοναχό
ή έτσι και για γούστο
και ήταν πράγματι
ένας κόσμος μαγικός η λαϊκή
ύστερα συχωρέθηκε η μία θεία
και πιο μετά σταμάτησα
όταν εγώ έφηβος όντας πλέον
που δεν ήθελα να συνοδεύω
τις μεγάλες τις γυναίκες
μέχρι άλλα πέρασαν χρόνια
κι άρχισα τότε πάλι να πηγαίνω
ότι είχαν πια κι άλλο μεγαλώσει
να μην τις αφήνω μοναχές, να τις προσέχω
να τις βοηθάω με τις σακκούλες, το καρότσι
τους λογαριασμούς, τις πληρωμές
μα κι έτσι, απλά για γούστο
και σιγά σιγά μού ‘μαθαν
τους αγαπημένους τους πωλητές
και πάγκους προϊόντων
που μετά από τόσα χρόνια
είχαν επιλέξει
αυτός έχει τα καλύτερα σταφύλια
αυτός τα μαρούλια τα τρυφερά
εκείνος τα γλυκά τα μανταρίνια
και είχανε πια γνωριστεί μ’ αυτούς
αλλά και με τα παιδιά, τους γαμπρούς, τις νύφες τους
και πιάνανε λίγο ψιλή
κάθε φορά κουβέντα
κι ύστερα συχωρέθηκε κι η άλλη θεία
και ρώταγε η μάνα μου στη λαϊκή
«τη θυμάσαι την αδερφή μου;»
και κουνούσαν οι ανθρώποι το κεφάλι
ή πάλι έλεγε στη νεαρή μανάβισσα
«αχ! κορίτσι μου, τον θυμάμαι τον πατέρα σου
καλός άνθρωπος, τον αγαπούσαμε
η αδερφή μου κι εγώ»
κι ύστερα συχωρέθηκε κι η μάνα μου...
το επόμενο διάστημα
πηγαίνοντας στη λαϊκή μονάχος
δοκίμασα να παίρνω κι από αλλού
όπου τύχει, σταφύλια, μαρούλια
μανταρίνια και λοιπά
για να διαπιστώσω ότι αλίμονο
η θεία και η μάνα μου είχαν δίκιο
και κατέληξα ξανά στους ίδιους πωλητές
και απολάμβανα επιδοκιμαστικά τα προϊόντα
και μου άρεσε που πιάναμε
και λίγο την κουβέντα
αυτήν την αίσθηση οικειότητας
που αποκτά κανείς
μετά από τόσα χρόνια

Κι άμα καμμιά φορά
τυχαία βρεθώ
κάποια άλλη μέρα
σε άλλες λαϊκές
σε άλλες γειτονιές
και τύχει να βλέπω ξαφνικά
αυτούς τους ίδιους
τους «δικούς» μου πωλητές
της δικιάς μου λαϊκής
νοιώθω περίεργα
κάτι παράξενο συμβαίνει
μόνο δεν ξέρω τί απ’ τα δυο
σα να μην ανήκουνε αυτοί εδώ
ή εγώ να μην ανήκω.


Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Ο ηλικιωμένος γείτονας


Μια ζωή θα μπορούσες
να πασχίσεις
να προσπαθήσεις
να επιδιώξεις
για κάτι ωραίο
κάτι σπουδαίο
κάτι ανεκτίμητο

μα εσύ μονάχα θέλησες
ένα διώροφο ακίνητο
κι απ’ έξω να παρκάρεις
και κάθε Κυριακή να πλένεις
το αυτοκίνητο.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Τί με συνέφερε


Την ώρα (την πολλή ώρα)
που στεκόμουν στην ουρά (τη μεγάλη ουρά)
του καταστήματος (πάντα ουρά έχει εδώ)
με τυλίξανε μάβρες οι σκέψεις
ένεκα που δεν είχα καθόλου τα κέφια μου
ως συχνά συμβαίνει να μην έχω
κι έλεγα να δεις
που στην προσεχή ιατρική εξέταση
που μου είχαν υποδείξει
κάποιο σοβαρό εύρημα θα υπάρξει
και δε θα ζήσω να χαρώ
το ωραίο ξύλινο πεζοπορικό ραβδί
που μόλις είχα προηγουμένως
για τη συλλογή μου αγοράσει
και βαστούσα στο χέρι

κείνη την ώρα
ένα πείραγμα ενός υπαλλήλου σε συνάδελφο
έκανε όλο το προσωπικό να ξεσπάσει
σε γέλια τρανταχτά

και τα γέλια τα σάρωσαν όλα.


Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Το δίπλωμα


Απέκτησα το δίπλωμα οδήγησης
εικοσιτρίω όταν ήμουνα χρονώ
θυμάμαι τότε κοίταγα την ημερομηνία λήξεως
και μου φαινόταν αδιαννόητα μακρινή
τώρα που πέρασαν χρόνια και χρόνια και την ξανακοιτώ
δεν είναι που μοιάζει πιο κοντινή, πιο οικεία
είναι που αναρωτιέμαι
άμα θα ζήσω να τη φτάσω.