Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Όλα ανεξαιρέτως

Όσα έχω εκδόσει τα γραφτά
είν΄ούλα για τα μπάζα
και δίκια τους κατάληξη
θά 'ναι η χαρτομάζα.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Ονειρόκρητος

...εναντίον των εκδικητικών πειρατών

Στιχούργημα βασισμένο στον "Ερωτόκριτο" του Βιτσέντζου Κορνάρου (1553 - 1613/4), παράφραση: Χ.Δ.Τ.

Τά ΄μαθες Τσιτσιολίνα μου
των πειρατών φουσάτα
πλημμύρισαν τα πέλαγα
κάθε βουνό και στράτα

Ο πάσα λοξοπάντιερος
λέει πως θα πολεμήσει
αμ πώς; αφού είναι ξάπλα και...
και λειώμα απ' το μεθύσι

Οι φοβεροί κουρσάροι αυτοί
ήρθανε ξαναμμένοι
και κρένουν πως για γδίκηση
κανείς μας δε θα μένει

Πάλι με χρόνους με καιρούς
πάλι δικά τους θά 'ναι
τόσα που του επήραμε
κι απού δεν τα ξεχνάνε

Μάχαιρες ξεθυλήκωτες 
και μυρωδιά αιμάτου
εγιόμισε η γειτονιά
απάνου έως κάτου

Καστέλια όσα στέκονται
κα κάθε βίγλα μόνη
σύξυλα θε να γκρεμιστούν
και να γενούνε σκόνη

Μεγάλος ήρθε χαλασμός
ψυχές το σκότος πίνει
η αγάπη σου είναι μόνο πια
κουράγιο να μου δίνει

Όπου σ' αγάπησα πολύ
και σ' αγαπάω πάντα
και να σε φτάνει κάνει αυτό
να μη γυρεύεις γιάντα

Θε να σε πάρω μια βραδυά
και να σε φυγαδέψω
σ΄ένα μικρό νησόπουλο
από τη Νήσο έξω

Εκεί να πας να φυλαχτείς
εκεί να πας να μείνεις
τροφίματα έχει και νερό
τη δίψα σου να σβήνεις

Και γω θα φύγω πάλι μια
και θα γυρίσω πίσω
μαζί με τους συντέκνους μου
σκληρά να αγωνίσω

Μα σου το υπόσχομαι καλή
και σου το κάνω τάμα
όσο το πιο συχνά μπορώ
θα είμαστε αντάμα

Σε ασφαλή τη λέμβο μου
θ' αράζω μία κρύπτη
κι από των κέδρων τη σκιά
θα βλέπομε την Κρήτη

Και ονειρεύομαι ταχιά
ο πόλεμος να πάψει
και η λατρεία μου για σε
να φέξει και να λάψει.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Όχι πια


Το κηδειόχαρτο είναι κολλημένο αριστερά
της εισόδου της πολυκατοικίας
βλέπω την ημερομηνία: πρόσφατη λίαν
ύστερα το όνομα κοιτάζω και ελέγχω
τα κουδούνια στο θυροτηλέφωνο: ναι, το όνομα υπάρχει
κοιτάζω και μέσα από το τζάμι
στον πίνακα όπου είναι αναρτημένη η τελευταία
μηνιαία κατάσταση κοινοχρήστων δαπανών: το όνομα υπάρχει

ο φέρων αυτό όχι πια.


Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Οι σκοποί


Ένεκα η εργασία που κάνω για να ψωμίζομαι
πάνω από είκοσι χρόνια τώρα
και τα περί αυτήν καθήκοντα
οφείλω να επισκέπτομαι συχνά
χώρους εργοστασίων
όπου και βέβαια επίσης
την παιδιόθεν συνήθεια μου ασκώ
ήτοι τον κόσμο γύρω να παρατηρώ
κι έχω πολλές φορές συχνά βρεθεί
(πάλι σήμερα βρέθηκα
εξού και όλα τούτα συλλογάμαι)
πάνω στην αλλαγή της βάρδιας εργατών
την ώρα του μεσημεριού πού ‘ρχονται για απόγευμα
ή πιο αργά που έρχονται για βράδυ
και σπανιότερα πού ΄ρχονται για πρωί
όσοι σχολούσαν ολοκάθαρα
παρότι κουρασμένοι
αυθορμήτως ήταν γελαστοί
και χαλαροί και ανακουφισμένοι
ξέροντας πως το υπόλοιπο της μέρας τους
το ορίζαν μόνοι τους
και πως θα το περνούσαν
κατά πως ήθελαν αυτοί
(λίγο τούτο δεν είναι!)
κι όσοι προσέρχονταν, ζωηροί, όλο ενέργεια
χαμογελούσαν και αυτοί αλλά...
παρατηρώντας λίγο καλύτερα:
ψεύτικη ενέργεια και στην ουσία σκυθρωποί
και πώς να γίνει αλλιώς
άμα στο στόμα του θηρίου πας να μπεις
που γι άλλες τουλάχιστον οχτώ
πάλι σήμερα ώρες
θα μασήσει το χρόνο σου
θα ροκανίσει την ψυχή σου
θα τσαλαπατήσει το κέφι σου
και την αξιοπρέπεια σου ίσως
κι όλα αυτά για ένα αντίτιμο
εν είδει μισθού
που ίσα φτάνει για να σε θρέψει
και να πληρώσει τους λογαριασμούς
και ακόμα δαπάνες ίσως κάποιες
που ένας Θεός ξέρει νόημα αν έχουν
τί σόι - μου λέτε – οικονομικό να σου πετύχει
σύστημα είναι τούτο, ε;
μα από την άλλη... μήπως είναι πιο έξυπνο
από ότι σε πρώτη φάση φαίνεται
και με εντέλεια εξυπηρετεί
τους υπεριδιοτελείς σκοπούς του;
και τότε... ο λαός γιατί δεν εξεγείρεται;
γιατί φωτιά δε βάζει, δε γκρεμά;
γιατί δεν τους κρεμάει στα δέντρα
από τις μεταξένιες τους γραβάτες;
και ξαναλέω: μήπως το σύστημα
σατανικά πιο έξυπνο
είναι από ότι σε πρώτη φάση το νομίζεις;...

Μπα σε καλό μου, τί μ’ έπιασε
κι έκανα ‘γω  τέτοια παρέκβαση
σπάνια πολύ και στην ουσία ποτέ
με τέτοια πράματα να καταπιαστώ
ούτε ξέρω τί μού ‘ρθε
τέλος πάντων, άλλο ήθελα να πω
βλέποντας τη σκηνή αυτή
ταξίδεψε ο νους μου
εικοσιπλέον χρόνια πίσω
πριν πιάσω τη δουλειά
τότε που υπηρετούσα τη θητεία μου
και κάθε μέρα – κυρίως κάθε νύχτα
εκτυλίσσονταν σκηνές σαν και αυτή
μόνο που ήταν οι ώρες βραδινές
ή μεταμεσονύκτιες ή λίαν εωθινές
κι οι πρωταγωνιστές ήτανε μόνον άνδρες
το πλείστον νεαροί
κάθε δυο ώρες ακριβώς
ξέβραζε η νύχτα κάμποσους
κι αντίστοιχους στη θέση τους κατάπινε
κάθε δυο ώρες ακριβώς
όταν αλλάζαν οι σκοπιές
έτσι γινόταν τότε
αλλά και πιο παλιά
και τώρα έτσι θα γίνεται
και έτσι και στο μέλλον
όσο υπάρχουνε στρατεύματα
στρατόπεδα όσο υπάρχουν.

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Έξω από τον περίβολο του Πεδίου του Άρεως

Περπατώντας στο πλάι του πάρκου
σε είδα να αναπαύεσαι 
ξαπλωμένη στη ρίζα ενός δένδρου
πάνω στο χώμα κι ένα στρώμα παχύ
από φύλλα ξερά
με νωχελικά απλωμένο το σώμα
μεγαλόσωμη ήσουν, θρεμμένη
όχι μικρή

εντύπωση μού'κανε πως δε μ' αντιλήφθηκες
καθώς σε πλησίασα και δίπλα σου πέρασα
το κεφάλι δε σήκωσες, ένα αυτί, την ουρά...
ύστερα κατάλαβα πως αναπαυόσουν για πάντα
γάτα νεκρή.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Μικρός διάλογος, σ' ένα καντούνι της Ζάκυνθος γύρω στο 1856


- Έτσι που λες σιορ Χρήστο, τόσο τούτο το μικρό διάστημα που βρίσκομαι σε αποχή, όσο και όλον τον άλλον καιρό που βρίσκομαι σε χρήση, τί χρήση λέω;... κατάχρηση, και τότε και τώρα: μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ουΐσκυ και μπύρα;
- Τί μου λες κόντε Διονύσιε;

Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά κι ύστερα με μια ελαφρά κλίση στο πλάι, αγγίζοντας ταυτόχρονα με τον αντίχειρα και το δείκτη το γείσο του ημίψηλου καπέλλου του, αποχαιρέτησε και στρέφοντας αποχώρησε. Κοίταζα τη μικρόσωμη, σκοτεινή - λόγω της σκουρόχρωμης φορεσιάς του - φιγούρα να βαδίζει μ΄αυτόν τον ολωσδιόλου ιδιαίτερο τρόπο, όλο αστάθεια και σκεφτόμουν πώς θα ήταν αν δε στηριζόταν κιόλας στη στιλπνή του βακτηρία.
Σε λίγο αναμίχθηκε με το πολύχρωμο πλήθος στο σοκάκι, ώσπου χάθηκε απ' τα μάτια μου... 

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Μια πιο απλή ζωή


 26/7/’016,  Μαυρομιχάλη 148Β, Νεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα
 27/8/’016,  Κουνουπίτσα, Μέθανα, Τροιζηνία

Όλα ήταν διαφορετικά στη «νέα» του ζωή. Που τόσο πολύ, επί χρόνια την είχε επιθυμήσει και τη φανταζόταν αλλά δίσταζε, φοβόταν κι όλο ανέβαλλε να πάρει την απόφαση. Ώσπου έσκασε πια και την πήρε σ’ ένα βράδυ μέσα και τα παράτησε όλα. Και την πόλη, και το διαμέρισμα στο κέντρο, και την άχαρη δουλειά μια εικοσαετία και βάλε στην πολυεθνική εταιρία και κάποιες συναναστροφές, κάποιες συνήθειες, όλα. Και ήρθε εδώ, στην άκρη της χώρας, σε μια ερημιά δίπλα στη θάλασσα. Χιλιόμετρα δύσκολου και σε ορισμένα σημεία σχεδόν αδιάβατου χωματόδρομου μακριά από το τελευταίο χωριό.  Έμενε σ’ ένα πέτρινο καλύβι που το συγύρισε όσο γινόταν κι έφτιαξε ένα κηπάκο στην αυλή. Δύσκολα ήταν στην αρχή, δύσκολα πολύ, με κόπο μεγάλο και ερημιά τόσα που κανά δυο φορές είπε να τα παρατήσει. Να τα μαζέψει και να γυρίσει πίσω. Μα δεν τό ‘κανε. Ευτυχώς! Ύστερα κάτι άρχισε ν΄αλλάζει μέσα του. Ο ρυθμός, ναι αυτό ήταν, ο ρυθμός. Και τώρα πια χαιρόταν που έμεινε. Όλα ήταν διαφορετικά εδώ. Το καθετί παραμικρό ήθελε χρόνο και προσπάθεια για να γίνει. Μα κι έτσι ήταν που αποκτούσε νόημα. Ενώ πριν... έκανες ένα τηλεφώνημα, έτσι άπλωνες το χέρι σου κι όλα ήταν έτοιμα, δικά σου... χωρίς ωστόσο ουσία, νοστιμιά, ικανοποίηση, χωρίς πραγματική απόλαυση.
Να, για παράδειγμα, ώρα που είχε φτάσει, κοντά μεσημέρι, αιθάνθηκε ότι άρχιζε να πεινάει. Σκέφτηκε λιγάκι κι αμέσως αποφάσισε. Έβαλε το σουγιά του στην τσέπη, πήρε κι ένα κατσαρόλι, και βγήκε απ’ το σπίτι, διασχίζοντας κάθετα το χωματόδρομο προς τη θάλασσα. Στην ευθεία του σπιτιού, η μεγάλη παραλία από τις δυο πλευρές, αριστερά δεξιά, διακόπτονταν εκεί από ένα σύμπλεγμα βράχων. Εκεί πήγαινε και ψάρευε με το καλάμι του ή διάβαζε καμμιά φορά το βιβλίο του ή απλά κάπνιζε την πίπα του ατενίζοντας την ανοιχτή θάλασσα και τη γραμμή του ορίζοντα στο βάθος.
Χοροπηδώντας με άνεση, εξοικειωμένος στα βράχια, έφτασε αμέσως ως το νερό. Έσκυψε εκεί κι εντόπισε δεκάδες πεταλίδες. Διαλέγοντας άρχισε να τις ξεκολλάει με το σουγιά. Μάζεψε καμμιά τριανταριά. Απομάκρυνε με τη μύτη του σουγιά τη σάρκα από το κέλυφος, τις έπλυνε καλά στο νερό και τις έριξε μες στο κατσαρολάκι. Τα τσόφλια, τα έβαλε σε μια μεριά στην άκρη. Γιατί κάνανε λέει λίπασμα καλό κι έτσι ότι όστρακα έπιανε, τα μάζευε, τα θρυμμάτιζε με μια πέτρα και τα σκόρπαγε στα κηπευτικά του. Συμπλήρωσε μια μικρή ποσότητα θαλασσινό νερό στο σκεύος, πήρε τα τσόφλια και γύρισε πίσω. Διάλεξε απ’ τα παρτέρια ένα φρέσκο σκόρδο, ένα κρεμμυδάκι και μερικά κλωνάρια μαϊντανού. Τά ΄πλυνε στη βρύση, τα καθάρισε και μπήκε μέσα. Άναψε τη γκαζιέρα, έβαλε πάνω το τηγάνι με λίγο λάδι, ψιλόκοψε τα λαχανικά σ’ ένα ξύλο πού ‘χε μόνος φτιάξει γι αυτή τη δουλειά από ένα μεγάλο κομμένο κομμάτι ελιάς που είχε βρει. Ώρες πολλές του είχε πάρει αλλά το είχε ευχαριστηθεί και κάθε φορά που μεταχειριζόταν το ταπεινό αυτό αντικείμενο, που ωστόσο μοναχός του είχε δημιουργήσει, αισθανόταν μια σαν παιδική χαρά. Έριξε τα λαχανικά στο λάδι κι αμέσως μοσχοβόλησε ο χώρος. Έπειτα από λίγο έριξε και το κρέας των αχιβάδων κι όταν πήρανε όλα να μαραίνονται χαμήλωσε τη φωτιά και πρόσθεσε το θαλασσινό νεράκι και λίγο ακόμα απ’τη βρύση. Ταυτόχρονα έβαλε σε μια κατσαρόλα να βράσει χυλοπίτες από μια σακκούλα πού είχε. Τις έφτιαχνε η κυρία Τασία στο κοντινό χωριό και τις είχε ανταλλάξει με άγρια φρούτα πού ‘χε αυτός μαζέψει (μούρα, αχλάδια, κορόμηλα και άλλα). Έφτιαχνε κείνη μ’ αυτά μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού. Που εννοείται τού ‘δωσε από ένα βάζο, μαζί με τις χυλοπίτες, όταν τα ετοίμασε,  χωρίς αντάλλαγμα «έτσι για δοκιμή» όπως του είπε. Κι όσο βράζανε «η σάλτσα» και τα ζυμαρικά, έπιασε να τρίβει τυρί στον τρίφτη από ‘να κεφάλι μυζήθρα. Το είχε κι αυτό πάρει ως αντάλλαγμα, μαζί με άλλα,  από ένα γερό βοσκό πού ‘χανε πιάσει φιλίες και τον βοήθησε στο κόψιμο των ξύλων το χειμώνα.
Έσβησε τη γκαζιέρα, σούρωσε τα ζυμαρικά και τα έριξε μέσα στο τηγάνι ανακατώνοντας. Έβαλε «να στρώσει τραπέζι». Μονάχος τό ‘χε κι αυτό κατασκευάσει από ξύλα που ξέβραζε η θάλασσα. Είχε διαλέξει σανίδια και καδρόνια καλά. Τα κάρφωσε και τα στέριωσε γερά μεταξύ τους αφού προηγουμένως τα είχε τρίψει ξανά και ξανά και τα είχε περάσει λούστρο. Κι ήταν αυτό το χειροτέχνημα και τράπεζα φαγητού, και γραφείο και πάγκος για εργασίες και μαστορέματα και όλα. Και κάθε φορά που αισθανόταν στις απαλάμες και τα ακροδάχτυλα του την τραχιά μα ζεστή του επιφάνεια, την ίδια με το ξύλο κοπής ένοιωθε χαρά και το χάιδευε με αγάπη. Έβαλε λοιπόν πάνω τα κουταλοπήρουνα, το μπωλ με το τριμμένο τυρί, το μύλο του πιπεριού κι ένα ποτήρι με δροσερό νερό. Άδειασε το φαγητό σ’ ένα μεγάλο πιάτο, έκατσε. Έτριψε πιπέρι κάμποσο, έριξε το τυρί, ανάμιξε κι απόλαυσε τις μυρωδιές που φτάσαν ως τη μύτη του ρουφώντας βαθιά . Ύστερα έκανε το σταυρό του κι άρχισε να τρώει με όρεξη. Έτρωγε αργά, μεθοδικά, μικρές μπουκιές μασώντας σχολαστικά. Ευχαριστιόταν πραγματικά την τροφή του. Παλιά έτρωγε λαίμαργα, καταβρόχθιζε, χρειαζόταν διπλή ποσότητα για να χορτάσει. Του πήρε πάνω από μισή ώρα για να αδειάσει το πιάτο και το ποτήρι του. Σηκώθηκε, μάζεψε το τραπέζι, το σκούπισε, έπλυνε τα κουζινικά και τα απίθωσε στο στεγνωτήρα. Ήπιε λίγο νερό ακόμα.
Τώρα είχε έρθει η ώρα για τον απαραίτητο και τόσο ευεργετικό, μεσημεριανό υπνάκο του. Το απόγευμα, όπως κάθε μέρα, θα έπαιρνε τον καφέ του κι αργότερα, την ώρα του δειλινού, συνήθως ήταν η ώρα του ταμπάκου. Ύστερα… ποιος ξέρει, άλλοτε διάβαζε, άλλοτε έγγραφε, άλλοτε μαστόρευε, έκανε χειροτεχνήματα διάφορα… τέτοια πράγματα.
Προς το παρόν, χορτασμένος κι ευχαριστημένος, ξάπλωσε στο λιτό του στρώμα. Η ποιότητα του ύπνου του είχε επίσης βελτιωθεί πολύ. Κοιμόταν βαθιά, χωρίς διακοπές, χωρίς αγχώδη όνειρα ή ακόμα εφιάλτες, χωρίς ν’ ανοίγει τα μάτια του εν τω μέσω της νυκτός και να κοιτά με αγωνία το ξυπνητήρι… Ποιο ξυπνητήρι; Δεν είχε, ένα ρολόι μόνο του χεριού βρισκόταν κάπου καταχωνιασμένο.
Αυτά αναλογιζότανε καθώς κλείνανε τα μάτια του και τον τύλιγε η νάρκη. Κι ήξερε ότι σε λίγο θα αποκοιμιόταν. Και θα ξύπναγε περίπου μιάμιση με δύο ώρες μετά, αναζωογονημένος και μακάριος για να περάσει το υπόλοιπο και το τέλος μιας ακόμα μέρας. Μιας νέας και πιο απλής ζωής.

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Το (άλλο) τελευταίο αλκοολικό ποίημα


Μην το κάνεις
μην το κάνεις
κρατήσου
βαστήξου
μην το κάνεις
σκέψου
θυμήσου
αυτό πάνω απ' όλα: θυμήσου
αφού ξέρεις
η απόλαυση μοιάζει μεγάλη αφάνταστα
μα στην ουσία θά 'ναι μικρή
οι επιπτώσεις
οι παρενέργειες θά 'ναι μεγάλες
και σοβαρές
και οδυνηρές
βρες κάτι άλλο
κρατήσου
την πίστη σου μη χάνεις
μην το κάνεις

Θα πεθάνεις.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Σκληρή αυτογνωσία

Έτη και έτη
πίστευε ότι
ήταν καλός
ευθύς
ευγενής
ευρυμαθής
ευφυής
τετραπέρατος

μέχρι που πρόσφατα μόλις
κατάλαβε πως ζούσε
τη ζωή ενός άθλιου
τέρατος.