Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Από τα Τουρκοβούνια στο Λυκαβηττό


(οδός Ανηφορίτη(!), Πολύγωνο, Αθήνα, 29/6/’016)

Από τον κάμπο χαμηλό
στο ορεινό το σύμπλεγμα σκαρφάλωσα
περιπλανήθηκα στα υψίπεδα
ώρα πολλή πορείας κοπιώδους
και όταν πια πλέον την κατάβαση ξεκίνησα
ομολογώ ότι είχα ολωσδιόλου τον 
προσανατολισμό μου απολέσει
εωσότου κάπως άνοιξαν
οι κορυφές των δάσεων του τσιμέντου
και μέσα από το ξέφωτο αντίκρισα
τ’ απέναντι βουνό, που αμέσως αναγνώρισα
και με κουράγιο νέο έκανα κατά ‘κει…
κάμποσο διάστημα μετά
κάτου είχα πάλι φτάσει 
κι είδα σε ορόσημο που στέκονταν ψηλό
μ’ ευκρίνεια να σημαίνεται η κατεύθυνση
όπου και κατοικούσα.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

“Πίτσι πίτσι” στην εθνική οδό


9/6 διαδρομή Αθήνα – Χαλκίδα, 10/6 Χαλκίδα, 13/6 πτήση Αθήνα – Πράγα, 19/6/’016 Αεροδρόμιο Πράγας, Τσεχία

Βγαίνοντας από την πρωτεύουσα
στα όρια της πόλης
ταξιδεύοντας για ένα της εργασίας μου καθήκον
το υπηρεσιακό όχημα οδηγούσα
κατάφορτο εξοπλισμό και προωθητικό υλικό
για τους σκοπούς ενός διήμερου συνέδριου
σε μία κοντινή επαρχία
όπου ανόρεχτα ειν’ η αλήθεια πήγαινα
για μία πολλοστή φορά
τα ίδια και τα ίδια μετά από τόσα χρόνια
όμως την εργασία που τον ψωμίζει
πρέπει κανείς να την υπηρετεί…
έτσι οδηγούσα δεξιά στη εθνική οδό
απ’ όπου και σε ένα σημείο ανοικτό
με ορατότητα άνετη
αντίκρισα τη σκηνή αυτήν…
πέρα από τη λωρίδα έκτακτης ανάγκης
σε ένα πλάτωμα που έκανε εκεί η εθνική
όπου κι ένα μικρό αυτοκίνητο
προσωρινά ήταν σταθμευμένο
κι ένας γενειοφόρος νεαρός (μάλλον ο οδηγός)
έξω ήταν από αυτό και στηριζότανε
στο βιομηχανικό κιγκλίδωμα που οριοθετεί
τον αυτοκινητόδρομο εν σχέσει
με το παρακείμενο δρομάκι
κι από την άλλη τη μεριά
ένα κορίτσι  νέο…
ίσως περίμεναν εκεί κάποιον να συναντήσουν
ή ένα λεωφορείο διερχόμενο
με μακρινό προορισμό
(συχνά γινότανε αυτό, τα λεωφορεία
ορισμένους επιβάτες να συλλέγουνε
σε μέρη σαν αυτό πάνω στην Εθνική)
οι δυο νέοι αυτοί
ήσαν καταφανώς ζεύγος ερωτευμένο
εγέρνανε ο ένας προς τον άλλον
πάνω από το σίδερο
τα μέτωπα τους ακουμπούσανε
και τα μαλλιά τους ανακάτευε ο αέρας
και μεταξύ τους μπέρδευε
και όλο κάτι λέγανε ένας στον άλλον στο αυτί
κι όλο γελούσανε και όλο χαϊδεύονταν
μία σκηνή απέραντης αγάπης
κι εξαίσιας τρυφερότητας
λες κι ήτανε οι δυο τους ξέρω γω
πάνω από ένα φράκτη ξύλινο
σε ένα καταπράσινο λιβάδι
γεμάτο όλο της άνοιξης λουλούδια
και από πάνω ουρανός ο γαλανός
με ορισμένα δω και κει
σύννεφα μπαμπακένια
μέλισσες να βουΐζουνε
πουλιά να κελαηδούνε
λες κι ήταν κάπου εκεί
και όχι εδώ
που όλο τσιμέντο, σίδερο, άσφαλτος γκρίζα και λερή
μέσα στην κίνηση των οχημάτων, των φορτηγών
τα καυσαέρια, αντάρα, βουητό
το θόρυβο και τον ορυμαγδό…
και τη σκηνή αυτή παρατηρώντας σκέφτηκα:
στα πιο παράξενα τα μέρη
τον έρωτα μπορεί κανείς να αντικρίζει
φυτρώνει εκεί ενάντια
σε όλες τις συνθήκες και ανθίζει…
και ύστερα πάτησα το γκάζι
κι αλλάζοντας λωρίδα
επέρασα μπροστά
απ’ το προπορευόμενο το βυτιοφόρο.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Το τελευταίο αλκοολικό ποίημα


Έξωθεν 56ου Λυκείου, Αμπελόκηποι, Αθήνα, 6/6/'016

Πρώιμο καλοκαίρι
γλυκό το δειλινό
κι ένα αεράκι να φυσάει δροσερό
δεν είχανε αρχίσει ακόμα
οι καύσωνες, οι ιδρώτες και τα άλλα

Γύριζε σπίτι περπατώντας
είχε σχολάσει απ' τη δουλειά
και μίλαγε στο κινητό
"Βρε", σκέφτηκε σαν τό 'κλεισε
"σε μία μέρα μέσα, δεύτερη φιλοφρόνηση
από γυναίκα, γνωστή απ' τα παλιά
ότι...εσύ όσο παιρνούν τα χρόνια ομορφαίνεις...
Λες τελικά να υπάρχει κάποια δυνατότητα;
κάποια ελπίδα, κάποια προοπτική;
Αυτά σκέψου", είπε στον εαυτό του
"και συγκεντρώσου σε αυτά
και άσε τ' απαισιόδοξα, άσε... τ' άλλα..."

Κι έτσι συγκεντρωμένος και σκεπτόμενος
έφτασε ως το σπίτι
όπου και πρώτη του δουλειά
άνοιξε τη μπουκάλα.