Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Δυο στίχοι με κατάληξη –αν


Μόδα εφέτος και ετούτη
όλες φοράνε τα κολλάν
χωρίς εν μέρει έστω να καλύπτονται
από μία ζακέττα, ένα παλτό
κάτι ριχτό βρε αδερφέ
καλλίγραμμα τα οπίσθια
και οι χυτοί μηροί
και ούτως ώστε δικαιολογημένα ανταποκρίνονται
αι συμπατριώται μας οίτινες και τυγχάνουνε
ολίγον έως πολύ ανατολίται
με αναστεναγμούς βαθείς
που ακούς παντού γύρω στο δρόμο:
Αμάν! Αμάν! Αμάν! 

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Κούτσουρα


Γιατί να ξεπηδούν στην επιφάνεια
οι αναμνήσεις οι χειρότερες
και ν' αργοπλέουνε εκεί
σαν κούτσουρα αποκρουστικά
κι αβύθιστα - όχι τη μέρα
τότε τα καταφέρνω
αλλά τη νύχτα, όταν κοιμάμαι, δε μπορώ
παρά να κάθομαι εκεί ανίσχυρος
και όση ώρα πολλή
φαίνεται να διαρκεί ένα όνειρο
να τα παρατηρώ.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Άντε γαμήσου Χένρυ


Άντε γαμήσου Χένρυ
απ΄τη Μασσαχουσέτη
των Ηνωμένων Πολιτειών
με τα γελοία τα
χωρίς μουστάκι μούσια σου
ανίκανος να ενταχθείς στο σύνολο
ν΄ανταπεξέλθεις στις κοινωνικές επιταγές
και του καθημερνού
μόχθου τις απαιτήσεις
από τον κόσμο αποσύρθηκες
ωσάν απόβλητος και ερημίτης
και χάθηκες στα δάση και τις ερημιές
ζώντας επί σειρά πολλών ετών
σε μία άθλια καλύβη μέσα
όπου την είχες μοναχός
-τρομάρα σου- κατασκευάσει
και μού ‘κανες εκεί το συγγραφέα
και τον ποιητή – φιλόσοφο
κι έρχεσαι ύστερα εδώ και αραδιάζεις
τις μεγαλοστομίες και τις ζούρλιες σου
και μας πετάς στα μούτρα ένα σωρό
ανόητα τσιτάτα:

«Το κόστος κάθε πράγματος είναι η ποσότητα εκείνου που εγώ αποκαλώ ζωή και πρέπει κανείς γι αυτό να ανταλλάξει, είτε αμέσως ή εν καιρώ».

Σημείωση: Henry David Thoreau (1817 – 1862), “Walden Life in the Woods”, πρόχειρη μετάφραση αποσπάσματος: Χ.Δ.Τ.
Υποσημείωση: είδες τώρα;

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο ιατρός


Δέκα σχεδόν, μετά το Τέλος μήνες
επιχειρώντας να εντοπίσω μάταια
στο χάος του γραφείου μου
ένα ΣηΝτη με κάποιο πρόγραμμα υπολογιστού
ανάμεσα σε στοίβες δίσκων ψηφιακών
περιεχόντων μουσικές, ταινίες σινεμά
και ντοκουμέντα διάφορα
και άλλα θέματα ποικίλα
ξετρύπωσα ένα υπόλειμμα
από ‘να παλιό τεφτέρι

είχε οκτώ σελίδες καθαρές
που τις απέσπασα προς φύλαξη
(χαρτί γραφής και σημειώσεων
χρήσιμο πάντα είναι)
και το γραμμένο βλέποντας
από τη μέσα τη μεριά εξώφυλλο
ενθύμιο το έβαλα στην άκρη

μ’ έξυπνο τρόπο σημειώνονταν εκεί
η ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 2011
με την Ex Libris τη σφραγίδα μου
που εντός πλαισίου ορθογώνιου
και με μελάνη μαύρη
υπάρχει σταθερό το ονοματεπώνυμο
και κυλιόμενα ρυθμίζονται
η μέρα, ο μήνας ως και το έτος κτήσης
…υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο
τυχαία να βρέθηκε εκεί
σαν έκανα στο πρόχειρο αυτό χαρτί
μια δοκιμή πριν σημαδέψω δια παντός
την πρώτη κάποιου βιβλίου τη σελίδα
(μα όλα αυτά δεν έχουνε και τόση σημασία)
επίσης δύο λέξεις κι ένας αριθμός υπήρχανε
χειρόγραφα από μπλε φτηνό στυλό
μαζί με υπογραμμίσεις και σύμβολα διάφορα
που έμφαση δηλώνουν

ήταν ένα όνομα ανδρός μικρό
(τ’ όνομα του γιατρού)
κι ένα τηλέφωνο 75 13 4 και λοιπά
που εννόησα αμέσως ότι πρόκειται
για αριθμό οικίας
διότι από την χρήση την πολλή
του ιατρείου το τηλέφωνο
ομοίως και το κινητό
εκ μνήμης τότε τα θυμόμουνα
(κι ακόμα τα θυμάμαι)
και μία ακόμα λέξη μοναχή:
«Ένεση»… - υπόμνηση ασφαλώς
μίας ακόμα εκ των εκατοντάδων
ενέργειας προς ίαση
ενέργειας φροντίδας

Α! ρε μάνα!
Αχ! ρε γιατρέ!


Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Τί απ τα δυο να πω;


Ο Αμπντουλαχμάντ Μακρανεμού, ο Αρνητής
κατήγετο ως ο ίδιος έλεγε
από τη Σμύρνα της Λιβάνου
μέρη ασφαλώς ανύπαρκτα ολωσδιόλου
και είχε της ζωής του σκοπόν βάλει
δια της Αρνήσεως να κατακτήσει
την εαυτού ειρήνη κάποια μέρα
κι αρνείτο ο Μακρανεμού
όσα επίστευε ότι θα φθείρουν
κι εν τέλει θα την φάγουν
την αγαθή ψυχήν του
κι ούτως έλεγε Όχι
στη μισθωτή εργασία
την εκ χρέους στράτευση
τις συγκαταβατικές σχέσεις οικογενείας
τον πληρωμένο έρωτα
τις επιφάσεις, τις μόδες και τα στυλ
τους ψέφτικους φίλους
τις ψέφτικες αγάπες
τους τεχνητούς παράδεισους
και τις κάθε λογής ουσίες
…μέχρις εωσότου όπου εσυνάντησε
έναν ορθόδοξο μοναχό του Άθωνος
και εκατάλαβε λίγο μετά
από τη μόλις σύντομη τη συναναστροφή τους
ότι δια της Καταφάσεως ανοίγονταν ο Δρόμος
αρκεί να βρεις Εκείνον που θέλει και μπορεί
το Ναι ν’ ακούσει
κι εσύ για να το πεις
την Ευλογία και τη Χάρη.  


Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (297)


…Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα

Αλογονόμυγα: η μύγα ή το ζουζούνι εν γένει που εγκλωβίζεται στο σώμα φωτιστικού, συγκεκριμένα αλογόνου και μη μπορώντας να βγει, παράγει αυτόν το ήχο, συνδυασμό βόμβου και χτυπημάτων: «Μπζζζζτακτακτακ Μπζζζζτακτακτακ» που στην αρχή απλώς σου αποσπά την προσοχή, μετά από λίγο όμως γίνεται εκνευριστικός και στο τέλος καθίσταται ανυπόφορος και σε κάνει να αναζητάς πάση θυσία ακόμα και μια βίαια λύση. Π.χ. (σε περιβάλλον γραφείων μεγάλης εταιρίας): «Δεν αντέχω άλλο ρε παιδιά, ας τη σκοτώσει πια κάποιος αυτήν την καταραμένη την αλογονόμυγα ή τουλάχιστον ας την ελευθερώσει… Αλλά πώς να φτάσουμε εκεί πάνω; Πάρτε ρε παιδιά τον Βαρλαάμ, τον συντηρητή του κτιρίου να φέρει μία σκάλα… Πώς; Είναι στο γραφείο του διευθύνοντος συμβούλου και κρεμάνε τις καινούριες κουρτίνες; Ε, μα τι να πω πια; Τί να πώ; Ελάτε ρε παιδιά να με κρατάτε, να βάλω μια καρέκλα πάνω στο γραφείο, να σκαρφαλώσω μόνος μου… Τί; Υπάρχει και χειρότερο απ’ την αλογονόμυγα, η φθοριόφθειρα; Πάει αυτή σε φωτιστικά λαμπτήρων φθορισμού και πολλαπλασιάζεται εκεί και κάποια στιγμή πέφτουνε στο κεφάλι του άτυχου υπάλληλου που εργάζεται από κάτω και μετακομίζουν εκεί εκατοντάδες ψείρες; Ε, μα τί να πω πια; Τί να πω;».
 Ευχαριστώ Ιωσήφ για τη λέξη που γέννησε το λήμμα


Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Ελπίδα, νομοτέλεια και η ζωή δυο δρόμους


Ένα μπουκάλι (ή κουτάκι)
μπύρας αδειανό
τυχαία αφημένο
σε κάποιο περβάζι
ή αυτοκινήτου οροφή
που βλέπεις το πρωί
βγαίνοντας απ' το σπίτι
να πας για τη δουλειά
τί άλλο να σημαίνει από
πως νύχτα θά' ρθει πάλι;

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Το σπίτι της τυρόπιττας


Το μικρό μαγαζάκι
θαμμένο, χαμένο
ανάμεσα σ’ άλλα,  μεγάλα
και μεγαλοπρεπή
με φανταχτερό στολισμό
και πολλά πολλά φώτα
όπου πωλούν
γλυκά, γλυκίσματα
ψωμιά, αρτοποιήματα
χυμούς και αναψυκτικά
καφέδες κι αφεψήματα
κι έχουνε χρώματα και έπιπλα μοντέρνα
και σύγχρονο εξοπλισμό
και τραπεζοκαθίσματα πλήθος  για τους πελάτες
και υπαλλήλους με στολές
και μουσική και δίκτυο
γρήγορο, δωρεάν, ασύρματο
ως δίπλα ακριβώς και το παλιό
το παραδοσιακό, διανυκτερεύον εστιατόριο
το εικοσιτετράωρο όλες του χρόνου μέρες
έως κι αυτό έχει υποστεί
πρόσφατα ανακαίνιση
και λάμπει στίλβον κι απαστράπτον
εύκολα λοιπόν το προσπερνάς
το ταπεινό το μαγαζάκι – τρύπα
εκτός και εάν παρατηρήσεις
ότι πελάτες μόνιμα και πάντα έχει μέσα
10 προϊόντα πίττας προσφέρει όλα κι όλα
πού όμως παρασκευάζουν μόνοι τους
σε παρακείμενο εργαστήριο
και δεν τα αγοράζουν από κάποια απρόσωπη
και μακρινή βιοτεχνία
και ότι πάρεις είναι εξαιρετικό
είτε έχει διάφορα τυριά
χορταρικά, κρέμες ή μανιτάρια
και βέβαια υπάρχει η δυνατότητα
κάτι να πιείς από τα βασικά
που περιέχονται σ’ ένα μικρό
παλιομοδίτικο ψυγείο

Μπορείς να δοκιμάσεις αναγνώστη κάποια μέρα
να δεις άμα τα λέω καλά
ένα πρωί ας πούμε μια μπουγάτσα
να γευθείς για να πεισθείς
εγώ είμαι σίγουρος πως θα ενθουσιασθείς
απ’ τη λεπτή του φύλλου ζύμη
την άφθονη τη ζάχαρη
και την κανέλλα που προστίθεται
και απ’ άκρη σ’ άκρη
να ξεχειλίζει η κρεμώδης γέμιση
λαχταριστή, αχνιστή, ζεστή
μα πιο ζεστά ακόμα
το βλέμμα, τα χαμόγελα
των ευγενών ανθρώπων
της οικογένειας που κρατούν
μάνα, πατέρας, γιος
τη μικρή τούτη επιχείρηση
θα φτιάξει η διάθεση σου
αυτό το πρωινό
κουράγιο θα πάρεις
για να τα βγάλεις πέρα
κι αυτή  τη μέρα

Κι άμα αναρωτιέσαι πώς θα βρεις το μαγαζί
το λεν’ «Το σπίτι της τυρόπιττας»
απέναντι από το Δικαστήριο
στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Πάει ο Πολωνός


Πάει ο Πολωνός
ο Ζμπίγκνιεφ
απ’ το Λούμπλιν
20 χρόνια στην Ελλάδα
μόλις 39 χρονών
με γυναίκα και μικρό παιδί κορίτσι
όλοι τον ήξεραν
τον είχε προικίσει ο Θεός
με σπάνια γιγαντοδομή
1.95 στο ύψος τουλάχιστον στεκόντανε
κιλά εζύγιαζε 160
είχε μία πελώρια, σφαιρική κοιλιά, σαν αερόστατο
τεράστια δάχτυλα που όταν άναβε τσιγάρο
(πανάθεμα τον – όλην την ώρα κάπνιζε)
όταν άναβε τσιγάρο λέω, χανότανε αυτό
και φαίνονταν στο τέλος του
ενώ ήταν στην αρχή του
και το κεφάλι του, σα μπάλλα ποδοσφαίρου
κατευθείαν με τον κορμό ενώνονταν
με δίχως σβέρκο
μόνο κάτι θηριώδη μούσκουλα εκεί
σαν παλαιστού, σαν ταύρου
λίγες τρίχες στο κρανίο όπου είχε, τις εξύριζε κι αυτές
κι έτσι γυμνό, στιλπνό γυάλιζε αυτό
στα φώτα και στον ήλιο
τα μάτια του αχνοπράσινα
όπως πολλών στη χώρα του
κι από τις γύρω χώρες
μόνο δεν ήταν λαμπερά και διαπεραστικά
όλο γλαρό, όλο θολό το βλέμμα του
όπως  του χρόνιου μέθυσου
και του βαρέως πότη
άλλωστε όλοι τό ‘λεγαν
πίνει πολύ ο Πολωνός
συνήθεια που κουβάλησε από την Πολωνία
στην εφηβεία, ένα μπουκάλι βότκα την ημέρα κουμαντάριζε
και στην Αθήνα το συνέχισε
το βιολί αυτό το ίδιο
μόνο τελευταία, λόγω της κρίσης φαίνεται
τό ‘χε γυρίσει στο κρασί
μα κι από δαύτο έπινε
τέσσερα – πέντε λίτρα
κάθε που τόνε έβλεπα
φούντωνε ολοκόκκινος
λες και θα τού ‘ρθει κόλπος
σαν ήτανε με τη μικρή κορούλα του
θύμωνα μέσα μου
και τόνε έψεγα αυστηρά
«κτήνος, εγωιστή, ασυνείδητε
δούλος του πάθους σου
μα δε μπορείς μωρέ να κρατηθείς;
τί θ’ απογίνουν οι γυναίκες μόνες τους
άθλιε χωρίς εσένα;»
πάει ο Πολωνός
στον ύπνο του έφυγε
τό ‘μαθα προχτές το βράδυ
το κουβεντιάζανε στην ΕΒΓΑ της γειτονιάς
δίπλα απ’ το σπίτι
όπου πήγα λίγο πριν τα μεσάνυχτα
να πάρω κι άλλες μπύρες

Πάει ο Πολωνός
άντε
και στα δικά μας.


Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Πενταπρόστιχο

Μ' αυτόν θα πάω τον καημό
και θα με φάει το σαράκι σου
ότι πριν φύγω απ' τη ζωή
δε θά ΄χω μια φορά χαρεί
το κωλαράκι σου.