Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Όχι για τα γραφτά


Κοιτώντας το αποτέλεσμα δε θα μπορούσα παρά να πω
δίκαιος όντας και αντικειμενικός ότι είναι
μια τσαπατσούλικη και πρόχειρη δουλειά
βιαστικά κι αδέξια καμωμένη
και όντως παρορμητικά χθες το απόγευμα
σε μια στιγμή τη διεκπεραίωσα
με βάση κάποια έμπνευση που είχα προηγουμένως
και βλέπω τώρα και απαριθμώ
τα καθαρά κουσούρια της
μα σκέπτομαι παρ΄όλο αυτό
το ατελές και πενιχρό αποτέλεσμα
εμπεριέχει μέσα της τον σπόρο, τον πυρήνα, την «ιερή ιδέα»
και για όποιον ξέρει να βλέπει, να διακρίνει
είναι τούτο προφανές
δεν ξέρω ωστόσο εάν φαίνεται αρκετό
για κάποιους ναι – για κάποιους όχι
σίγουρα δίνεται η απάντηση πιστεύω
υπάρχουν βλέπεις οι τελειομανείς
που συνεχώς πασχίζουν για το βέλτιστο
ποτέ δεν ησυχάζουν κι όλο δουλεύουνε
πάλι και πάλι και ξανά το αντικείμενο τους
άλλοι που έτσι ύστερα απ’ την πρώτη την προσπάθεια
τ΄αφήνουνε και λεν «καλό είναι κι έτσι»
και άλλοι κάπου ανάμεσα
που κάνουν μια δυο απόπειρες
να σουλουπώσουν το έργο τους
κι έπειτα τελειώνουν
στην ύστερη κατηγορία θα έλεγα
ότι τον εαυτόν μου κατατάσσω
εις ότι αφορά και μ΄αφορμή το γεγονός…
μία στιγμή… αχού! μήπως νομίσατε ότι μιλάω για…
όχι καλέ, για ένα μικρό μαστόρεμα πού ‘κανα χθες μονάχα.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Παράβραση


Παράφραση (Χ.Δ.Τ.) της «Παράβασης» από τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη σε μετάφραση, στίχους και μουσική του Διονύση Σαββόπουλου από το 1977
Στίχοι και το τραγούδι, ενδεικτικά στους συνδέσμους:
http://www.greeklyrics.gr/lyrics/view/11130/axarneis-parabash
https://www.youtube.com/watch?v=D03WvPTq-Lo

Στου περβολιού το χώρισμα, μάζευαν τους γιαρμάδες
και δεν ανάβανε φωτιά με ψέφτικο δαδί.
Και τώρα κλαίνε τα μικρά, δέρνονται οι μανάδες
και ο Προφήτης φαίνεται νά’ χει καλό χαρτί.
Θέλγει τα μύρια κύματα με ασυναρτησίες
δε δείχνει να ζορίζεται από το μακελειό.
Λουσμένος μες στα αίματα ψελλίζοντας βλακείες
για την ισοτιμία σας όνειδος φανερό.
Σημάδια του καιρού, βράκα μου μπαλωμένη
ουρίτσα σηκωμένη, θεότρελλου λαγού.
Καμάρι που ψοφάς σα χάρη υψωμένο
έξοχα υμνημένο με λάβρα ωσαννά.
Έλα να πιεις ρακή, να φάμε πασατέμπο
ταινίες να δούμε Βέγγο, το γέλιο ν’ ακουστεί.
Ποιός μας κληρονομεί και μας περνάει πέρα
ξέρω πως είσαι λέρα, έχιδνα φθονερή.
Σε έδαφος σαθρό, με έκδηλη αηδία
και με ζέση σπανία γκρέμιζα το σωρό.
Ποιός πια ιερουργεί στην άγια αλέα
μια δράκα, μια παρέα, εκεί που κατοικεί.
Πετύχαν ξυριστά να φτιάξουν νέο κράμμα
μα συντελείται θαύμα κάπου στη Βηθσαϊδά.
Νόστιμο θα γευτείς, γεύμα – επιδόρπια θεία
και θά’ ναι ευτυχία η πρόβλεψη του εικαστή.


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Μία μερική αναπηρία


Ως ο βαρήκοος που βαριακούει
(εμ βέβαια έξυπνε, τί ήθελες
βαρήκοος ο να κάνει;)
και λέω δεν πως αντιλαμβάνεται
καλά τα ηχητικά τα ερεθίσματα
κι όλο ρωτά όπου το θάρρος έχει
«ακούστηκε ωρέ τίποτα παιδιά;»
έτσι είμαι κι εγώ με τις οσμές
ίσως να είναι κάποια γενετική
υστέρηση ξέρω κι εγώ
μπορεί μικρός που είχα
στη μύτη «κρεατάκια»
πάντως ισχύει
κι όταν οι άλλοι υποφέρουνε
που ένεκα κάποια παρουσιάζεται
μπόχα ή δυσωδία
εγώ αμέριμνος γυρνώ και μάλιστα
αφ΄υψηλού τους ψέγω
«σιγά μωρέ, πώς κάνετε έτσι;» και λοιπά
κι ακόμα ούτε η μόλυνση της πόλης μ’ ενοχλεί
ούτε η εξ ανάγκης απλυσιά
του άστεγου συνάνθρωπου
δίπλα στο λεωφορείο
ούτε ο ελλιπώς ο λειτουργών
βιολογικός καθαρισμός στο θέρετρο
όπου περνώ τις διακοπές μου
κι έτσι γλυτώνω κι εν αδιαφορία διατελλώ
εις ότι αφορά οσφρητικές οχλήσεις

όμως το πράμα έχει και την άλλη του πλευρά
διότι χάνω και τις ευχάριστες οσμές
τη μυρωδιά του χώματος
μετά από τη βροχή
(ή λίγο πριν να βρέξει)
των κωνοφόρων το ρετσίνι
των αγριολούλουδων λεπτό
το άρωμα στο δάσος
τη μυρωδιά ξύλων που καίγονται
σε φωτιά που έχει ανάψει
είτε απλώς για θαλπωρή
είτε για ζεστασιά
ή ακόμα και για την παρασκευή
του κάποιου φαγητού
των φαγητών τις μυρωδιές που σου θυμίζουν
ότι ακόμα είσαι κι ότι μπορείς
να συνεχίσεις να είσαι ζωντανός
όπως πεζοπορείς στους δρόμους
στις γειτονιές της πόλης
απ΄τ’ ανοιχτά παράθυρα που έρχονται
πριν απ’ το μεσημέρι
καθώς βράζουν τα τσουκάλια
και τα τηγάνια καίνε το περιεχόμενο τους
αναμένοντας λίγη ώρα μετά
της οικογένειας τη συνάθροιση
των φίλων, της παρέας ή του ζεύγους
μα η μεγαλύτερη απ’ όλες είναι η απώλεια
των αρωματισμένων, των σαπουνισμένων
των μαλλιών και των σωμάτων
όταν σε προσεγγίζουνε ακούσια μες στο συνωστισμό
σε ώρα αιχμής στην υπαίθρια λαϊκή
σε κάποια ουρά, στο τρόλλευ
και χώνεις –που λέει ο λόγος-
το πρόσωπο σου στους θυσσάνους και τις κόμες
και ρουφάς όσο μπορείς τις θεσπέσιες μυρωδιές
που απελευθερώνονται καθώς ανοίγει το μανίκι στη μασχάλη
ή ένα κουμπί στο μπούστο τον κόρφο αποκαλύπτει
και τότε είναι που σε πιάνει πίκρα και οργή
για την αναπηρία σου
γι αυτήν της φύσης, του Θεού την τόση αδικία

μα περιθώριο αντιδράσεως
ή κίνησης διορθωτικής δεν έχεις
κι άλλο να κάνεις δε μπορείς
πέρα να υπομένεις και να ζεις
σ’ αυτό το ούτε όχι, ούτε ναι
σ΄αυτό το κάπως λίγο
σ΄εκείνο το τοπίο το θολό
στη γκρίζα εκείνη ζώνη
κάπου εκεί ανάμεσα
εν σχέσει ως προς τις οσμές
κάπου εκεί ανάμεσα
και ως προς όλα τα υπόλοιπα εν σχέσει
σού ‘λαχε βίο να διάγεις.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Μία στιγμή να δέσω το παπούτσι μου

10/10/’015 – Σπήλαιο πηγών υπόγειου ποταμού Αγγίτη Μααρά, Δήμος Προσοτσάνης, Δράμα

Στο δεξί πάντα παπούτσι
το κορδόνι λύεται
σύνθετο αυτό πρόβλημα
δύσκολα επιλύεται
θα υπάρχει κάποια λύση
σίγουρα θαρρώ
θά ‘ναι κάτι απλό πράμα
πράμα φανερό
μα όσο και εάν δια βίου
ψάχνω να τη βρω
παταγώδης αστοχία
τρύπα στο νερό
θά ΄ρθει η στιγμή, η ώρα, λέω
και θα βρει καιρό
μα μπορεί νά ‘ναι η υστάτη
μέσα στο ψυχρό
το μακάβριο γραφείο
και το θλιβερό
λυτό το δεξί λουστρίνι θα εντοπίσει ο υπεύθυνος
με μάτι κοφτερό
και το διορθώσει αλάνθαστα
με ύφος σοβαρό
κι έτσι θά ‘μαι  έτοιμος
κι επιτέλους άψογος
στον πένθιμο χορό.