Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λύο..... (292)


 ...Καλοβυρνάς, με το υπέροχο "Πλαθολόγιο Λέξεων" των εκδόσεων Intro Books (ISBN:960-6680-12-6) αλλά και τη νέα "απουστειρωμένη" έκδοση του Πλαθολογίου (εκδόσεις IntroBooks 2008, ISBN: 978-960-6680-48-9). Ας προσπαθήσουμε (έστω και ως ανάξιοι μιμητές) να καταγράψουμε ορισμένα ακόμα λήμματα


Δημοψήφιος, ο: ο καλούμενος να συμμετέχει σε Δημοψήφισμα, π.χ. «Και δε μου λες Δημοψήφιε, τί σκέπτεσαι να ψηφίσεις στις 5 Ιουλίου 2015 στο κρίσιμο δημοψήφισμα, που το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καθοριστικό για το μέλλον της χώρας, ναι ή όχι, ε; Εμ, εδώ σε θέλω κάβουρα!», «Δε με λένε κάβουρα, μόνο Χρήστο με λένε, μόνο Χρήστο...».  

Κατμαντού


Τραγούδι (Katmandhu) του Paul Roland, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: https://paul-roland.bandcamp.com/track/katmandu, μετάφραση στίχων: Χ.Δ.Τ.

Σ’ ένα καφέ απ’ την Κατμαντού δυτικά
μ΄ένα συνάφι μπλέχτηκα απ’ τα πιο φρικτά
Ο Άλη Χαν και οι τρεις του αδερφοί
ο Κερ Αλή, ο Μώης και ο Σταγκρ Αλή
Ένας κι ένας είχαν βγει μόλις απ’ τη φυλακή
μα κρατήθηκα, δεν έφυγα, έμεινα εκεί
Μια παλαβή μου ιδέα τους πούλησα για φανταστική
του Τσέγκις Χαν την πόλη να βρούμε τη μυστική
Αλήτες ήμασταν, κακοποιοί, καθάρματα, αλήτες σωστοί
Στα πλούτη ήπιαμε, στη δόξα, στη φήμη
στων Άγιων όλων, στην ιερή τους τη μνήμη
Και σαν επιτέλους ήρθε πια το πρωί
κι άλλη μπουκάλα ανοίξαμε και φτου απ’ την αρχή
Το μεσημέρι σαν κάπως να ξεμεθύσαμε
και βρίζοντας στην τύχη όλα τ΄αφήσαμε
Χωρίς χάρτες κι εφόδια, ξυπόλυτοι
μα για επιτυχία πηγαίναμε απόλυτη
Δεκατέσσερις μέρες χωρίς σταματημό
σαν Εβραίοι πορευόμασταν, στον ξενιτεμό
Να μαστιγώνει η άμμος, η έρημος να καίει
θα ψοφήσει η καμήλα μου, ο καθένας να λέει
Στις δεκαπέντε μέρες στήσαμε μια σκηνή
όλο καβγάδες, τσακωμούς και φωνή
Στα ερείπια που ονομάζουν του Αλλάχ τα Σκαλιά
οι δυο απ’ τους τρεις Αλήδες άκουσαν του Θεού τη λαλιά
Τα αίματα ανάψαν με κουβέντες βαριάς προσβολής
στον Μώη την άναψε πρώτος ο Κερ Αλής
Του Χαρτούμ η πόλη φαινόταν απ’ την τρύπα του κεφαλιού
το λογικό μου κατάλαβα θά ‘φευγε, θα πετούσε γι αλλού
Τα παράτησα κι έφυγα ολομοναχός
πίσω να πάω, άλλος δεν ήταν προορισμός
Θησαυρό δε βρήκα διάβολε, μόνο άφθονη σκόνη
αλλά θά ‘χω να λέω μια ιστορία τα βράδυα με το κρύο, με το χιόνι.




Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Κάλι


Τραγούδι (Kali) του Paul Roland, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: http://paul-roland.bandcamp.com/track/kali), μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

Απ’ όλους τους θησαυρούς που έχω μαζέψει,
για πιο πολύτιμο έναν έχω επιλέξει. Θανάσιμη Κάλι.
Τυχαία τη βρήκα κάποια στιγμή.
Τιμή το ξέρω δεν υπάρχει ικανή. Θανάσιμη Κάλι.
Άγαλμα μπρούτζου Θεά σκοτεινή, Κάλι αμείλικτη, Κάλι σκληρή.
Ζήτα ότι θέλεις, να γίνει μπορεί,
Θυσία για αντάλλαγμα, ζητά αιματηρή.
Εφτά χέρια σφάζουνε με εφτά σπαθιά,
για του Σίβα τη χάρη, θάνατο αυτή σκορπά.
Όσοι ανάξιοι  φαίνονται θα υποφέρουν φρικτά,
και τ΄όνομα Της δεν πρέπει να προφέρουν ξανά.
Η Εποχή του Σκότους ξεκίνησε πια,
Τους γιους Σου δέξου στη μαύρη Σου
Ω! Μητέρα αγκαλιά.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Έλλειψις πλέον πρωτοτύπων στίχων τε άμα και εμπνευσμένων


Τίποτα δεν κατεβαίνει
το μυαλό όσο κι αν στύβω

στίχος προκοπής ούτε ένας
τί κι αν όλο πίνω σλίβο*

φαίνεται έχω πια ξοφλήσει
εις της ποίησης τον στίβο

και την εύνοια έχω χάσει
από τον Θεό το Φοίβο

κι έτσι τώρα είναι χρόνια
που όλο στο ίδιο το μοτίβο

γράφω κι είναι απελπισία
δε μπορώ πια να το κρύβω

στιχουργό λες να προσλάβω
και αδρά να τον αμείβω;

εμπνευσμένο αχ! με θυμάμαι
τα χεράκια μου να τρίβω

τώρα πια αν με διαβάσεις
σου δηλώνω πως τα νίβω.

*σλίβο: συντομογρ. για το slivovice, απόσταγμα από δαμάσκηνα, συνηθισμένο σε χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης


Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Η Ουρλιαχτή


Από βρέφος όταν έκλαιε
απορούσαν οι γονείς της
φωνή πού ‘χε τόσο δυνατή
                            η Ουρλιαχτή

κι ύστερα νήπιο ως ήταν
οι ατέλειωτες τσιρίδες της
τρυπούσαν σου το αυτί
                           η Ουρλιαχτή

στο σχολείο τα παιδιά τα απωθούσε
με κραυγές και κείνα ψάχναν
να κρυφτούνε στην αυλή
                         η Ουρλιαχτή

την κρατήσανε στο σπίτι
μήπως κάπως ηρεμήσει
μήπως τακτοποιηθεί
                        η Ουρλιαχτή

μα χειρότερα γινόταν
κάθε μέρα που περνούσε
η καημένη, η πτωχή
                         η Ουρλιαχτή



στο φρενοκομείο χρόνια, έχει πλέον ηρεμήσει
στην αλέα περπατάει κι ένα μπαστουνάκι έχει
όταν θέλει για να στηριχτεί
                          η Ουρλιαχτή

κι όταν οι ασθενείς φωνάζουν
σαν τα μάτια της δακρύζουν και στο πρόσωπο της βλέπεις
μία λύπη να έχει εκεί ζωγραφιστεί
                          η Ουρλιαχτή.


Σημ. Κραυγομανία/ αγγλ. Klazomania (από το ελληνικό κλάζω=κραυγάζω):  πολύ σπάνια πάθηση-διαταραχή, οι πάσχοντες ουρλιάζουν ανεξέλεγκτα.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Το τραγούδι του ναύτη


Τραγούδι (Sailor Song) των Felice Brothers, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=jFFI_VZT6to, μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

Ατέλειωτα κύμματα είδα να σκάνε
Στου σκάφους μου τα πλευρά
Ασημένιες φάλαινες δέκα χιλιάδες
Να παλεύουν κόντρα στην παλίρροια

Τώρα στον πάτο κοντεύω
Στο κατάρτι έχοντας μπερδευτεί
Τα πληρώματα πάω νά ΄βρω
Καραβιών χίλιων από γυαλί

Των στρατιωτών τα κορμιά τσακισμένα
Τα βλέπω σε χιόνι ολοκόκκινο
Των αγροτών τους τάφους σε σειρές στοιχισμένες
Στο κοιμητήριο
Μα τάφο δεν έχει για τον πνιγμένο το ναύτη
Για το μούτσο, για τον ψαρά
Τάφο δεν έχει για το φαλαινοθήρα
Που ψιθυρίζουνε στα κύμματα
Κάτω πάω κι εγώ
Κάτω πάω κι εγώ
Όλους για να τους βρω

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Δεν έχω τίποτα να κάνω


Τραγούδι (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/i-dont-have-anything-to-do) του Stanley Brinks, απόδοση στίχων Χ.Δ.Τ.

δεν έχω τίποτα να κάνω
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω

δεν έχω τίποτα να φορέσω
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω

περιουσία καθόλου δεν έχω στ΄όνομα μου
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου

και πίστη δεν έχω καμμία
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία

κανένα σχέδιο δεν έχω μελλοντικό
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία, βίο χαοτικό

και δόντι ούτε ένα στο στόμα γερό
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία, βίο χαοτικό και περνώ τον καιρό

κάτω απ’το καπέλλο τα μαλλιά αραιά είναι και λιγοστά
μα αφού έχω εσένα, άλλο δε βάζω πιο πάνω και γυμνός θα μπορέσω κι ούτε με νοιάζει γλυκειά μου, ζω με ηρεμία, βίο χαοτικό και περνώ τον καιρό, έτσι μ’ αρέσει κι έτσι είναι σωστά

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Σαν βόμβα


Τραγούδι (You Bomb) του Stanley Brinks (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/you-bomb), απόδοση στίχων Χ.Δ.Τ.

θεέ μου ψύχρα έπιασε, φυσάει πάλι
βροχή θα ρίξει με το τσουβάλι
το σκοπό μου τον έχασα, χαζεύοντας χάθηκα
και ξαφνικά βρήκα εσένα κι από αγάπη τρελλάθηκα

φως υπάρχει πάντα να δεις
κι μαγεία κρυμμένη να βρεις
το σκοτάδι φεύγει, διαλύεται
και κανείς πια δεν κρύβεται

σαν βόμβα τα τίναξες όλα, τα σκόρπισες
σ’ ένα μόνο λεπτό, κανένα δεν ρώτησες
φρούρια γκρεμίζονται, καίγονται εμπρός σου
με σπίθες απ’ το χαμόγελο σου

όταν η γη στη θάλασσα θα βουλιάζει
εμένα αν ρωτήσεις δε θα με νοιάζει
στον ήλιο λίγες αξιωθήκαμε ο καθένας στιγμές
ας ζούμε για τώρα, όχι για αύριο ή χθες

τριάντα χιλιάδες χρόνια παλιά
σε είδα σε ένα όνειρο που θυμάμαι καλά
σε μια λάμψη χάθηκε τώρα ο κόσμος μισός
κι αληθινή φανερώθηκες στα μάτια μου εμπρός

σαν βόμβα, σαν κυκλώνας, σα θύελλα
όπως ήρθες έφυγες γρήγορα
φρούρια γκρεμίζονται, καίγονται εμπρός σου
με σπίθες απ’ το χαμόγελο σου

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Εδώ είμαι εγώ


Τραγούδι (Here I Am) του Stanley Brinks (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/here-i-am), απόδοση στίχων Χ.Δ.Τ.

τη βρήκα ζαλισμένη με μάτια θολά
να φανερώνει ότι ήθελε να κρύψει καλά
δηλαδή μια λαχτάρα απερίγραπτη
μια ασύλληπτα ανάγκη δυνατή
ντροπαλός εγώ, αυτή τολμηρή
χόρευε όμορφα όσο καμμιά δε μπορεί
γελοία αδέξιος κι αυτή μια πριγκήπισσα
σαν υπέροχο όνειρο που είδα και ξύπνησα

κάπως το χάος αυτό θα ξεπληρωθεί
δίκαιο έτσι έχει κριθεί
για κάθε που κερδίζεις υπάρχει κάτι που χάνεις
για κάθε πεπρωμένο, επιλογή να κάνεις
για κάθε τέλος, μια αρχή
έχει για κάθε τραγούδι μια καρδιά ραγισθεί
για κάθε γυναίκα ένας άνδρας θαρρώ
κι εδώ, είμαι εγώ

υπάρχουν πιο πολλά να δεις απ’ ότι φαίνεται
και αυτό που θέλω μέσα μου μαίνεται
αχ! για μένα ήταν νομίζω το γνέψιμο
βρήκα κάτι να πω σαχλό και προβλέψιμο
λάθος μπορεί να είχα κάνει ασφαλώς
τα μαλλιά της μακριά σαν ηθοποιός
χτενισμένα ν΄αφήνουν το πρόσωπο μισό
και κρατούσαν το ένα μάτι κρυφό

κάπως το χάος αυτό θα ξεπληρωθεί
δίκαιο έτσι έχει κριθεί
για κάθε που κερδίζεις υπάρχει κάτι που χάνεις
για κάθε πεπρωμένο, επιλογή να κάνεις
για κάθε τέλος, μια αρχή
έχει για κάθε τραγούδι μια καρδιά ραγισθεί
για κάθε θάλασσα υπάρχει μια ακτή
για πόλεμο εποχή ειρηνική

για κάθε λόφο κατηφοριά
για κάθε αντάρα η σιγαλιά
για κάθε λουκέτο κλειδί
για κάθε εγώ ένα εσύ
για κάθε επιθυμία ο τρόπος υπάρχει
για κάθε νύχτα η μέρα που θά ‘ρθει
μια απαλή χορδή για κάθε κρότο δυνατό
κι εδώ, είμαι εγώ

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Η αγάπη πού ‘χε απομείνει


Τραγούδι του Stanley Brinks (http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/all-the-love-that-was-left), μετάφραση στίχων Χ.Δ.Τ.

‘Ασε, μη γράφεις
Τις λέξεις άστες μόνο να βγουν
Μην τις γράφεις αυτή τη φορά
Την αγάπη όλη πήρα
Όλη πού ‘χε απομείνει
Τη δόξα όλη πήρα μα και τις μομφές
Καταραμένος θά ‘μαι, ευλογημένος
Ονομαστός στις εποχές.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Εγώ πάω από δω, εσύ πας από κει


Ήταν η πιο όμορφη πόρνη
μες στον οίκο ανοχής
Η πιο σεμνή δόκιμη ήταν
για το χρίσμα μοναχής

Στάμπες είχε όλο στο σώμα
κρίκους, πέρλες λαμπερές
Πρόσωπο μόνο και χέρια
πτυχές σάρκας φανερές

Γνώριζε εραστές δεκάδες
και προστάτες σεβαστούς
Έναν Άνδρα ήξερε μόνον
με ακόλουθους πιστούς

Κι αν την βάπτισαν Κορίνα
όλοι πια την ξέραν Κόρα
Σβήστηκε όνομα και βίος
η αδελφή είναι Θεοδώρα

Τέτοια πέραση και μπρίο
θα γενεί ασφαλώς Μαιτρέσσα
Μόνο μια επιθυμία:
στη Μονή να ζήσει μέσα


Συνομήλικες γυναίκες μα
δρόμους διαφορετικούς
Κι όμως είχαν συνυπάρξει
στην κοιλιά της μάνας τους.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Όσα να πάρεις μπορείς



Τραγούδι (All you can take) του Γάλλου τραγουδοποιού, μουσικού και τραγουδιστή Stanley Brinks, που προσεγγίζει επί χρόνια την τέχνη του με ευαισθησία και συγκινητικά πλουραλιστική και «ερασιτεχνική» διάθεση, μπορεί να το ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/all-you-can-take , ελεύθερη απόδοση στίχων: Χ.Δ.Τ.

Τέτοια ώρα όλοι κοιμούνται
Έχει απόψε φεγγάρι λαμπρό
Κάνω βόλτες απ’ το γραφείο
Πέρα δώθε στο υπνοδωμάτιο

Πλούτη έχω άφθονα ακόμα
Κι ένα σακούλι για φασούλια που τα χωρά
Κομμάτια και θρύμματα
Τσακισμένα πολλά

Ξημερώνει όπου νά ‘ναι
Θα ξυπνήσουν τα πιθηκοειδή
Αρσενικά θηλυκά ξεκινάνε
Καινούρια μέρα ζωηροί ζωηροί

Τους σκοπούς τους μάθανε όλους
Χωρίς όμως τις κλίμακες
Οι ονειρευτές των ονείρων
Των μύθων οι αφηγητές

Να σε κρατήσω για πάντα ελπίζω
Με δεσμά που δε λύνονται
Να σε κρατήσω για πάντα ελπίζω
Κι όσα θες από μένα να γίνονται

Όταν σε παίρνει ο ύπνος ανασαίνεις
Αργά μέσα έξω
Όταν σε παίρνει ο ύπνος δεν ξέρω
Σε τί να πιστέψω

Γρήγορο είναι το ταξίδι και είναι μακρύ
Όποιος αντέξει θ΄αντέξει
Νιάτα πρέπει να έχεις και δύναμη
Γιατί γρήγορο είναι ταξίδι, ταξίδι μακρύ

Γι αυτό κράτα με καλή μου, κράτα με καλά
Άσε με απόψε στη ζεστή σου αγκαλιά
Κράτα με καλή μου, μη μ΄αφήνεις στιγμή
Κράτα με απόψε μέχρι το πρωί

Σε χρειάζομαι, το ξέρεις
Κοντά μου νά ‘σαι μόνο εσύ απ’ αυτούς
Σε χρειάζομαι το ξέρεις
Να βλέπεις και να ακούς

Να στα δώσω όλα θέλω
Όταν θα σηκωθείς
Να στα δώσω όλα θέλω
Όσα να πάρεις μπορείς. 

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Βλακεία καλοκαίρι


Αγαπητοί επισκέπτες, αναγνώστες και φίλοι, το ιστολόγιο εύχεται «καλό καλοκαίρι» σε όλους, με έναν ανάλαφρο σκοπό και αντίστοιχα λόγια, μέ ένα τραγούδι δηλαδή του Stanley Brinks που μπορεί να ακούσει κανείς στο σύνδεσμο: http://stanleybrinks.bandcamp.com/track/stupidest-summer (μετάφραση/παράφραση στίχων: Χ.Δ.Τ.)

Φέτος θά ναι το πιο βλακεία καλοκαίρι
Φέτος θά ναι το πιο βλακεία καλοκαίρι
Σα χειμώνας θά ‘ναι μα πιο ακόμα βλακεία 
Φέτος θά ναι το πιο βλακεία καλοκαίρι

Στα πανηγύρια θα παίζω απ’ τη Θράκη ως τη Σάμο
Μα κηδεία δε θα χάσω ούτε και γάμο
Ένα ακκόρντεον θα πάρω σε μια αυλή με αντίκες
Την κιθάρα μου έμαθα στην παραλία πως βρήκες

Γεμάτο όλο ρίμες απέκτησα ένα βιβλίο
Άλλες τόσες και γω έγραψα, δεν είναι γελοίο;
Ο Διαπρεπής ο Συνθέτης την εκτίμηση του μου στέλνει
Κοστούμι φορώ, στις τσέπες χρήμα να μπαίνει

Και ξεκινάω πια μεγάλη, σοβαρή περιοδεία
Μα όλο βρέχει και είναι όλα μια τεράστια βλακεία
Μ’ απατάς και δε θέλεις ούτε να σε συγχωρήσω
Με τον καλύτερο φίλο μου από την πλάτη μου πίσω


Δε θα κλάψω να ξέρεις ούτε θα αυτοκτονήσω
Με καννά δυο νέες θαυμάστριες θα πάρω το αίμα μου πίσω
Τη γενειάδα μου θα κόψω σ΄ένα που θα βρω απ’ τα κουρεία
Και στα Εξάρχεια θα παίζω πια μόνος, κάτω εκεί στην Πλατεία.

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Το Χανγκόβερο


(λήμμα από την Ντοϊτσηπήδεια)

6/6/’015, Μαυρομιχάλη 148Β, Νεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα


Το Χανγκόβερο είναι μικρή πόλη της κεντρικής – βόρειας Γερμανίας που ιδρύθηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους από Κέλτες της Βρεττανίας, της Ιρλανδίας και των γύρω μικρών νήσων (Εβρίδων κ.ά.). Οι άνθρωποι εκείνοι ξέμειναν στον τόπο αυτόν μετά από αμέτρητες πολεμικές συρράξεις, εκστρατείες, μετακινήσεις πληθυσμών, ανταλλαγές αιχμαλώτων, εξανδραποδισμούς, σκλαβοπάζαρα, φυλακίσεις και δραπετεύσεις, φυγοδικίες και άλλες επώδυνες διαδικασίες. Στον πρώτο, σπάνιο για τα χρόνια που μιλάμε, ορίζοντα ειρηνικής εποχής, έννοιωσαν ότι δεν είχαν κουράγιο ούτε καν στην πατρίδα τους να επιχειρήσουν να επιστρέψουν. Ρίζωσαν λοιπόν εκεί ιδρύοντας αυτήν την – μικροσκοπική στην αρχή – πολίχνη, έκαναν οικογένειες, καλλιέργησαν τη γη, άρχισαν να εκτρέφουν ζώα και να ασκούν την όποιαν τυχόν τέχνη ήξερε ο καθένας από πριν. Μοιραία, σιγά σιγά, οι κάτοικοι άρχισαν επιμειξίες με εκπροσώπους των αυτόχθονων Γοτθικών φύλων και η πόλη όπως και ο πληθυσμός μεγάλωναν, χωρίς όμως να επηρρεασθούν κάποιες συνήθειες του λαού τους αρχαίες που κουβάλησαν εκεί από την πατρίδα τους και διατηρήθηκαν ανέπαφες. Για παράδειγμα, η πολύ ιδιαίτερη γλωσσική τους διάλεκτος, τα Γαλελικά, που ακόμα και σήμερα μιλιέται και γράφεται από –λιγοστούς είναι η αλήθεια- κατοίκους της περιοχής. Επίσης η μεγάλη τους αγάπη για τη μουσική, το χορό και το τραγούδι. Όπως και για τη συγγραφή, ανάγνωση, διήγηση και ακρόαση ιστοριών με πλήθος φανταστικών στοιχείων, μύθων κ.λ.π. Πάνω απ’ όλα όμως οι κάτοικοι του Χανγκόβερου διατήρησαν την προγονική τους αγάπη στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Παραδοσιακά, από τις απογευματινές έως τις πρώτες πρωϊνές ώρες, το αλκοόλ (τί μπύρα, τί μηλόκρασο, τί ουΐσκυ, τί τζιν) ρέει άφθονο στο Χανγκόβερο των έξω καρδιά – γλεντζέδων κατοίκων. Στη διατήρηση ειμή και στην ενίσχυση της συνήθειας αυτής πρέπει να πούμε ότι συνετέλεσε και ο απόλυτος ενστερνισμός της (άλλο που δε θέλανε δηλαδή) από τους – εξίσου γερά ποτήρια – ντόπιους. Έτσι λοιπόν κάθε βράδυ είναι μια γιορτή στο Χανγκόβερο, στο τέλος της οποίας όλοι γυρνούν πανευτυχείς, άδοντας και γελώντας, τρεκλίζοντας αλληλοϋποβασταζόμενοι στα σπίτια τους. «Μα... και πώς ξυπνάνε το πρωί να πάνε στις δουλειές τους;», θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο νηφάλιος, τακτικός, σπίτι-δουλειά / δουλειά-σπίτι και ύπνο από νωρίς, αναγνώστης. Μα εδώ ακριβώς έιναι το ζήτημα. Αυτό που κάνει τη μικρή αυτή και κατά τα άλλα άσημη πόλη, άξια να της αφιερωθεί ολόκληρο λήμμα στην έγκυρη δικτυακή, ψηφιακή μας εγκυκλοπαίδεια, τη Βίβλο των γερμανικών σπουδών και τον πνευματικό φάρο των ανά τον κόσμο Γερμανιστών, την Ντοϊτσηπήδεια. «Δηλαδή;» (αναρωτιέται ξανά ο ανγνώστης). Δηλαδή... δεν ξυπνάνε. Διότι απλά δεν μπορούν. Είναι κατάκοποι, εξουθενωμένοι, νοιώθουν εξάντληση, αδιαθεσία, τους πονάει το κεφάλι, τους ανακατώνεται το στομάχι... πάσχουν με άλλα λόγια από τις παρενέργειες της μέθης που στη γλώσσα της πατρίδος τους ονομάζονται «Χανγκόβερ», λέξη που στην περίπτωση αυτή αφορά φαινόμενο τόσο εκτεταμένο που στάθηκε ικανό να δώσει στην πόλη το όνομα της. Και τί γίνεται λοιπόν τις μέρες, τα πρωϊνά στο Χανγκόβερο; Μα –αγαπητοί αναγνώστες- όπως λένε και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί που σημειώνουν το Χανγκόβερο ως ένα αξιοπερίεργο αξιοθέατο... δε γίνεται τίποτα! Η πόλη μοιάζει έρημη, σαν όλοι οι κάτοικοι να έχουν πάει διακοπές. Ψυχή δεν κυκλοφορά στους δρόμους. Τα μαγαζιά κλειστά. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι τράπεζες, τα ταχυδρομεία, όλα κλειστά. Ούτε βλέπεις να κινείται κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς. Ο τυχόν ανυποψίαστος επισκέπτης απορεί έως και αγριεύεται. Και μετά, το μεσημεράκι, αρχίζουν να εμφανίζονται οι Χανγκόβεροι, να σκάνε μύτη όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή και να ξεκινά να ζωντανεύει η πόλη κατά τον τρόπο που συβαίνει οπουδήποτε αλλού στις, φερ΄ειπείν, 7:00 το πρωί. Κάπως βαρύθυμοι βέβαια και λιγομίλητοι είναι όλοι, όπως εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει, ωστόσο καλοπροαίρετοι, πρόθυμοι και ευγενικοί. Προοδευτικά το κλίμα βελτιώνεται, το δε βραδάκι και τη νύχτα, όπως ήδη αναφέραμε, όλη η πόλη είναι ένα ξεφάντωμα, μια γιορτή. Θα το διαπιστώσεις και συ αναγνώστη αν βρεθείς στα μέρη αυτά και αποφασίσεις (διότι αξίζει) να περάσεις έστω και ένα εικοσιτετράωρο στο Χανγκόβερο. Άλλωστε, μέρος σαν κι αυτό δεν υπάρχει στον κόσμο όλο. Εκτός, καθώς λένε κάποιοι πολυταξιδεμένοι, από ένα νησί στο ανατολικό Αιγαίο, όπου –χωρίς την άμεση σχέση με το αλκοόλ- οι ντόπιοι έχουν τα ίδια περίεργα ωράρια. Αλλά περισότερα γι αυτό θα βρεις βεβαίως αναγνώστη στην αδελφή Ελληνοπαίδεια.