Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Όχι, δεν είναι αυτός ο λόγος


Γιατί χάθηκες, μήπως
θες μόνος να μείνεις
απόμακρος και σιωπηλός;

Το παλιό σου το όνειρο
σε πράξη έβαλες ίσως
και στην ύπαιθρο ασκείσαι για κηπουρός;

Βαριά ασθένησες -ελπίζω πως όχι-
και στου νοσοκομείου την κλίνη καθηλωμένος
είσαι και στάζει, βασανιστικά, αργά ο ορός;

Ερωμένη καινούρια -αχ! λέγε μου τέτοια-
βρήκες και ακόλαστα
συνουσιάζεσθε στον καθρέπτη εμπρός;

Εξαφανίσθηκες πάλι εντός σου
θλίψη σ' έχει πλακώσει
και λες: "δεν υπάρχει πλοίο για με, δεν υπάρχει οδός";

Εγκατέλειψες άραγε την παροιμιώδη σου αδράνεια
και κάποιου σκοπού, καλού και σπουδαίου
πεισμώδης έγινες και πιστός κυνηγός;

Όσα σε βάραιναν πίσω τα άφησες
και για ταξίδι ξεκίνησες
ελεύθερος, πλάνητας, μποέμ, ιδαλγός;

Ή πλοίο (που λέγαμε) βρέθηκε
μα βυθίσθηκε κι έγινες
της νήσου ο μόνος -τρομακτικά- ναυαγός;

...

Απ' αυτά όλα τίποτα
οικουρώ για ένα μήνα
λόγω θραύσης οστού του ποδός.


Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Δια της αφής


22/5/’015 – Λ. Αλεξάνδρας, γήπεδο Παναθηναϊκού

Τώρα που καλοκαίριασε και τα ενδύματα
(των γυναικών) – αυτές μας ενδιαφέρουν
έχουνε γίνει κάπως ή και ολωσδιόλου ελαφρά
στα μέσα μαζικής μεταφοράς που αρέσκομαι να χρησιμοποιώ
μες στην αναγκαστική εκ του σύνεγγυς συνύπαρξη
μέσα στο στριμωξίδι, το χαμό, τα φρεναρίσματα
πάνω στα «Ω! συγγνώμη» - «Αλίμονο, κυρία μου δεν πειράζει»
και τα «Με συγχωρείτε, να περάσω λίγο σας παρακαλώ»
σ’ αυτό το καθεστώς της μερικής ή και γενικευμένης αταξίας
γίνομαι συχνά, ακούσια ή και εκούσια – το ομολογώ –
συγκρατημένος πάντως, καθώς πρέπει και κομψός
ένας κρυφός, διακριτικός, μα πάντως λάγνος εφαψίας.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Ντόνατς στην ανισόπεδη


5/5/'015, Λ. Κηφισίας & Κατεχάκη και Μαυρομιχάλη 148Β, Νεάπολη - Εξάρχεια, Αθήνα

Αχ! πού είναι το πόδι σου καλή μου κυρία;
πού ξέχασες, πού έχασες
πού άφησες το άλλο σου πόδι;
καθισμένη στο αναπηρικό καροτσάκι
στην άκρη της λεωφόρου
ξυστά στη ροή των αυτοκινήτων
πάνω απ' την ανισόπεδη διάβαση
λίγα μέτρα πριν το φανάρι
σε βλέπω απ' το λεωφορείο
με σκυμμένο κεφάλι
ένα τσιγάρο να καπνίζεις
με θερινή περιβολή
και πέδιλο ανοιχτό
και... μα τώρα, είναι ταιριαστό αυτό;
από την άλλη, γιατί όχι;
με βαμμένα τα νύχια του ποδιού
σκούρα ηλίου γυαλιά
ένα κασκέτο με προτεταμένο γείσο
το μέτωπο να σκιάζει
κι ένα μαντήλι πίσω στερεωμένο
να προστατεύει το λαιμό, το σβέρκο
βλέπεις νωρίς ξεκίνησε η ζέστη φέτος
ένα μισογεμάτο μπουκάλι με νερό
δίπλα ξαπλωμένο στο ρυπαρό πεζοδρόμιο
και πάνω στο κατάμαυρο...
όχι, στο κατάγκριζο κάγκελο της γέφυρας
μία λευκή χαρτοπετσέτα
όπου αφημένο ένα γλύκισμα ντόνατς
πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρη
σε βλέπω απ' το λεωφορείο
με το κεφάλι σκυμμένο
ένα τσιγάρο να καπνίζεις
επιβάτες, πεζοί, οδηγοί σε προσπερνάμε
αδιάφοροι για την αναπηρία σου
όπως μάλλον κι εσύ για τις δικές μας.



Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Αγνώστου Αναγνώστου


10 Απριλίου ‘015, Μεγάλη Παρασκευή, Αραχώβης 41- Εξάρχεια και Μαυρομιχάλη 148Β – Νεάπολη, Αθήνα
Μία μέρα πριν. Τελευταίο κείμενο από την Αραχώβης.

Διαβάζω όπως το λέω και αλλού*
απ’ όταν τη δυνατότητα να μπορώ απέκτησα
στην παιδική ηλικία,
παιδική λογοτεχνία στην αρχή
και παραμύθια και εικονογραφημένα περιοδικά
νεανική λογοτεχνία έπειτα
κι άλλα περιοδικά
κι αργότερα κατά το τέλος του σχολείου και στις σπουδές
«κανονική» λογοτεχνία, πλήθος βιβλία
αρχίσανε να υποχωρούνε τα περιοδικά
μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα
κάποια ταξιδιωτικά, κάποιες βιογραφίες
(άρθρα, δοκίμια, κείμενα τεκμηρίωσης όχι και τόσο)
σωρεύονταν στο σπίτι τα βιβλία
διάκριση, σοβαρή και ελαφρά, υψηλή ή χαμηλή λογοτεχνία
ποτέ δεν έκανα ούτε πιστεύω ότι υπάρχει
όλα ανακατωμένα σε πολλά, ταυτόχρονα βιβλία
έπιανα τό ΄να, το άλλο άφηνα
ορισμένα αντιστέκονταν, στις πρώτες τις σελίδες παρατούσα
και μόνο μετά από καιρό, σε δεύτερη προσπάθεια
μου δίνονταν ή μπορεί και όχι
και έτσι περιμένουνε στη βιβλιοθήκη ακόμα
άλλα αχόρταγα μονορούφι τα εδιάβαζα
και πώς στεναχωριόμουνα σαν έπρεπε
το διάβασμα ν΄αφήσω
διότι είχε έρθει η ώρα φερ΄ειπείν να κοιμηθώ
κάποιο καθήκον ή έπρεπε να επιτελέσω
οι λέξεις στάθηκαν για μένα
όπως και για τον κάθε αναγνώστη
αναψυχή, διασκέδαση, παρηγοριά
ταξίδι, περιπλάνηση, φορτίο αισθημάτων
αποκούμπι, ανακούφιση, τρόπος ιδανικός
για να περνά η ώρα
άλλοτε με γοργούς ρυθμούς, άλλοτε πιο αργά
πάντα όμως διαβάζοντας περνάει ο καιρός
κι ούτε έχασα ποτέ την πίστη μου στις λέξεις
εκτός μονάχα από μια φορά
ακόμα το θυμάμαι - κι έχουν περάσει χρόνια
σε μια απ’ τις πολλές
κρίσεις μελαγχολίας και κατάθλιψης
έλεγα στη φίλη μου που πάθος είχαμε κοινό
(αναγνώστρια βλέπεις κι αυτή
και ίσως μεγαλύτερη από μένα)
πως ούτε στα βιβλία πια
νόημα βρίσκω ή απόλαυση καμμία
πώς μού ‘ρθε τότε, αργότερα, το βράδι
κάποιο βιβλίο, έτσι, να ανοίξω
και διάβασα ένα απόσπασμα συγκλονιστικό
μα, κρίμα, δε θυμάμαι πια ποιό ήταν
και μετάνοιωσα πικρά
μα και ταυτόχρονα ευγνωμοσύνη αισθάνθηκα
που εν τέλει δεν είχα (ούτε με είχανε)
προδώσει οι λέξεις
κι ούτε πιστεύω αυτό ποτέ πως θα συμβεί
κι έτσι θα πορεύομαι στο εξής
με τη βοήθεια του Θεού
τα επόμενα μου χρόνια
όπως εξ άλλου είναι γραμμένο
σε κείμενα γύρω από Αυτόν
βιβλία ιερά, ότι δηλαδή:
«Εν αρχή ην ο Λόγος».



* βλ. Εργοβιογραφία m.a. όπως δημοσιεύεται στα εκδοθέντα βιβλία (m.a. = my ass)   

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Εαρινής, εσπερινής μεταφοράς με λεωφορείο, το ανάγνωσμα


10 Απριλίου ‘015, Μεγάλη Παρασκευή (μία μέρα πριν), Αραχώβης 41, Εξάρχεια – Αθήνα (προτελευταίο κείμενο από τη διεύθυνση αυτή)

Απόγευμα πια, παίρνει βραδάκι
το λεωφορείο γεμάτο με κοσμάκη
που τέτοια ώρα επιστρέφει απ’ τη δουλειά
ανάμεσα στο πλήθος, καθώς το συνηθίζω
γύρω παρατηρώ, κάνω μικρές στατιστικές
κάποιοι λαγοκοιμούνται στα καθίσματα
άλλοι έξω απ’ τα παράθυρα
έχουν στραμμένο, βλέμμα αφηρημένο
ορισμένοι συνομιλούνε χαμηλόφωνα
και αρκετοί, πόσοι πολλοί! – εντύπωση μου κάνει
διαβάζουν με το κεφάλι τους σκυμμένο
καταμετρώ λεπτομερώς σαν τους κοιτώ
μα είναι αυτό αποτέλεσμα άξιο για βραβείο
στους είκοσι οι δεκαεννιά διαβάζουνε στο κινητό
ο ένας μοναχά κάποιο βιβλίο.

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Με ατμόπλοια και υποβρύχια


Παράφραση Χ.Δ.Τ. του τραγουδιού «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια» του Διονύση Σαββόπουλου (στίχοι και μουσική), από το 1972. 2&10/4/’015, Άγιος Θωμάς Μαρούσι και Αραχώβης 41, Εξάρχεια – Αθήνα.
Σημ. 10/4/'015 - Μ. Παρασκευή: μία μέρα πριν, Αραχώβης 41: προπροτελευταίο κείμενο από τη διεύθυνση αυτή

Με ατμόπλοια και υποβρύχια
και ναύτες Κρήτες κουζουλούς
ολοέν’ νεροδρομούμε
πόρτες βροντώντας στους κουφούς

Σήκω ουρί μου και ξεκίνα
αχ! το κορμί σου πώς κουνάς
χορό ωραίο της κοιλιάς
να ζηλεύουν τα γιουσουφάκια
να σε χαίρεται ο πασσάς

Ο καπετάνιος έχει σαλτάρει
και η πορεία έχει χαθεί
όποιος στη θάλασσα θα πέσει
μονάχα εκείνος θα σωθεί

Λάγνο τσούρμο, όλοι ποθούνε
το γυναικείο το κορμί
στο σκλαβοπάζαρο, στ’ Αλτζέρι
θα τό ‘βρουνε σε μια στιγμή

Το καράβι θα βουλιάξει
γεμάτο ειν’ ασφυκτικά
απ’ το πλήρωμα ο καθένας
ψώνισε δέκα θηλυκά

Ελάτε σκλάβες, λικνιστείτε
γυμνές στο φέγγος, στη φωτιά
γυμνές στο φέγγος, στη φωτιά
τους λαγόνες σας αχ! σείστε
κουρσέψετε μας την καρδιά.