Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Αγάπης πάρε δώσε

Στο μικρό υπόγειο διαμέρισμα
ένα τετράγωνο πιο κάτω στη γειτονιά
διαγωνίως από το δικό μου σπίτι
μέσα στον καύσωνα, καταμεσήμερο
μια Κυριακή του περασμένου Αυγούστου
που καθώς το συνηθίζω στην πόλη παραμένω
είδα απ' έξω ένα παμπάλαιο
φολκσβάγκεν φορτηγάκι αραγμένο
βαμμένο με αλεπάλληλα στρώματα χρώματος
που κάλυπταν τις πάμπολλες φθορές και τα χτυπήματα
κατάφορτο, από το βάρος λυγισμένο
μία ολοκληρη οικοσκευή
στη σχάρα της οροφής, λυμμένα έπιπλα
κρεββάτια, καναπέδες και τραπέζια
και μέσα στρώματα, κλινοσκεπάσματα
χαρτόκουτα πολλά με κουζινικά και πιάτα
μικρές ηλεκτρικές συσκευές
ρουχισμό και τόσα άλλα
ένα σήμα της τοπικής ενορίας κολλημένο στο πλάι
και μες στα μαύρα ράσα του
(δεν έσκαγε με τέτοια ζέστη;) τον παπά-Γιώργη
ιερέας του ναού, ψιλόλιγνος με μακριά
γένεια και μαλλιά, κατάξανθος, γαλανομάτης
γιατί είναι βλέπεις Γερμανός
παράξενο για ορθόδοξο -δεν είναι;- να ξεκουβαλάει
με τη βοήθεια δυο άλλων αντρών κάπως πιο μελαχρινών
ολόμαυρων για να πούμε την αλήθεια
ντυμένων με πολύχρωμα ρούχα και πέδιλα
ήτανε μάλλον υπέθεσα οι νέοι ένοικοι
που βρήκανε το σπίτι αυτό με τη βοήθεια του.

Όσο σκέφτηκα και εάν, για λόγους διάφορους
πολλοί κατηγορούν την εκκλησία
εγώ ξέρω πως να, πες για παράδειγμα
στο επίσης κοντινό, στη γειτονιά
κέντρο σιτίσεως που της ανήκει
κάθε μεσημέρι μπαίνουν ανθρώποι νηστικοί
και βγαίνουν χορτασμένοι
και άλλοι σαν και τούτους δω
βρίσκουν κάπου να μείνουν
και άλλοι παίρνουν κάποιο ρουχισμό
κάποια ίσως τρόφιμα
μπορεί μια βοήθεια οικονομική
κάποια περίθαλψη, λίγη παρέα
και εν πάσει περιπτώσει παίρνουν
κάποια αλληλεγγύη, αρωγή, παίρνουν αγάπη
ενώ μπορεί αυτοί που διαμαρτύρονται
εκείνοι που επικρίνουν κι ακόμα εσείς κι εγώ
τίποτα από αυτά δεν κάνουν.

Λίγο καιρό μετά περνώντας από εκεί
άρχισα να παρατηρώ έξω από τα βυθισμένα
στο έδαφος παράθυρα του διαμερίσματος
πάνω στο πεζοδρόμιο και στις δύο πλευρές της γωνίας
αρχίσανε να συγκεντρώνονται
γλάστρες με φυτά κάθε λογής
όχι καινούριες, αγορασμένες
μα ολοφάνερα παλιές, από το δρόμο μαζεμένες
ίσως από εκείνες που πετιούνται απ' τα μπαλκόνια
σε τυχόν μετακομίσεις και αφήνονται
δίπλα στα σκουπίδια με τα φυτά μαραζωμένα
μα τούτες δω ήταν -όσο γίνεται-
καθαρισμένες, φροντισμένες και τα φυτά
ξεχορταριασμένα, κλαδεμένα, ποτισμένα
και πλήθαιναν οι γλάστρες όσο παιρνούσε ο καιρός
και φουντώναν τα φυτά μέχρι που τώρα
που ήρθε άνοιξη και Πασχαλιά
στέκονται εκεί ολοδρόσερα, μια ομορφιά
μια ωραία εικόνα και μια ακόμα
πράσινη όαση μέσα στο αδυσώπητο τσιμέντο
φτιαγμένη με μεράκι και φροντίδα και αγάπη.

Κι έβγαλα το συμπέρασμα:
αγάπη έλαβες
κι αγάπη
πάλι μπορείς να δώσεις.


20 Απριλίου, Πάσχα Κυρίου 2014, Νεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα.


Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Κάθε λογής

Κάθε λογής
μαλλιά θα βρεις
σε κάθε σχήμα, μήκος που
να φανταστείς μπορείς
και με κάθε τεχνοτροπία
κομμένα, χτενισμένα
και σε όλα τα χρώματα
μαύρα στιλπνά, ξανθά
κόκκινα της φωτιάς
γκρίζα , ακόμα κι άσπρα
πυρόξανθα σα λάβα
εκεί στα περουκάδικα
πλάι απ' τον Άγιο Σάββα.



Αθήνα, Λεωφόρος Αλεξάνδρας, εργατικές πολυκατοικίες, 17 Απριλίου, Μεγάλη Πέμπτη '014


Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Μπαμ!

Στρατιώτη με πήραν και ήμουν ατρόμητος
εχθρό δε λογάριαζα, περιφρονούσα το θάνατο
στην αντάρα της μάχης γενναίος και πρώτος

χωρίς σταματημό δυο χρόνια πολέμαγα
και μετά σε μια ανάπαυλα, σ' έναν αγρό
α, πώς ακούστηκε στη σιγαλιά του όπλου ο κρότος

καίρια χτύπησε ελεύθερος ο σκοπευτής
ποτάμι το αίμα μου τρέχει
και σιγά σιγά με τυλίγει πηκτό και μάβρο το σκότος.


Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Κλίνη κενή

Κλίνη κενή, κλίνη κενή
πάει να πει κρεββάτι αδειανό
που άδειο ωστόσο δεν ήταν
όταν μπήκαμε στο θάλαμο
(δύο κλινών) Ιώτα Δέκα
της Νευρολογικής Κλινικής

η κυρία Λ. ήταν στο κρεββάτι
το πέρα, το μέσα
το κοντά στο παράθυρο
τη μάνα μου τη βάλαν στο πρώτο
αυτό που ήταν πλησίον της πόρτας

η κυρία Λ. ήταν ηλικίας
«υπερηφάνως μεγάλης»
μα είχε υποστεί η καημένη
επεισόδιο βαρύτατο
και ξάπλωνε ακίνητη εκεί
στο μισοσηκωμένο κρεββάτι
με σωληνάκια να μπαίνουνε διάφορα
και να βγαίνουν στο κορμί της
και γύρω μηχανήματα περίεργα
που έβγαζαν ήχους παράξενους
βομβούσαν, ξεφυσούσαν ρυθμικά
και φαντάζομαι ρόλο θα είχανε
να υποκαθιστούν τις λειτουργίες
οργάνων του σώματος
που αυτά δεν ήταν πια
να εκτελέσουν εις θέση
και τη φρόντιζε μόνιμα δίπλα της
όλη τη μέρα, μια κυρία καλή
απ’ τη μακρινή Γεωργία
που ήταν χρόνια μαζί της και τώρα
κάθε τόσο την παίρναν τα κλάμματα
που η κυρία της έτσι είχε πια καταντήσει

δυο τρεις φορές ήρθε και μια
άλλη γυναίκα νεότερη  
και μελαμψή από το εξωτικό
γαλλόφωνο Μαρόκο
γνωστή κι αυτή που βοήθαγε
την οικογένεια και έκατσε
στης κυρίας της πρώτης το πόδι
όταν κουβέντιαζαν κάκιζαν την κόρη της
τη μάνα της να δει που δεν πατούσε
και που είχε άλλου είδους μπλεξίματα
τί ακριβώς ούτε θέλω να ξέρω
ενώ αναμενόταν χώρα κάποια από
μέρα με την ημέρα ο γιός της
και τακτικά την επισκέπτονταν
η κόρη του γιου
η εγγονή της ευγενική
ψιλόλιγνη μία κοπέλλα
με μάτια λυπημένα
που τη χαϊδολογούσε
και της μίλαγε γλυκά:
«γιαγιούλα μου, γιαγιάκα μου, μ’ ακούς γιαγιά μου;»
και ρώταε λεπτομέρειες γιατρούς και νοσοκόμες

και γω κάθε πρωί που έμπαινα στο θάλαμο
ζωηρά την καλημέριζα, της χάιδευα το χέρι
ομοίως τα βραδάκια όταν αποχωρούσα
κάποιες ανεπαίσθητες στο βλέφαρο
κινήσεις και στο μάτι, για αντίληψη
δεν ήξερα αν πρέπει να τις πάρω
«Καλημέρα κυρία Λ. τί κάνεις σήμερα;
καληνύχτα κυρία Λ. εύχομαι αύριο
να σε βρω καλύτερα – μη φοβάσαι τίποτα
είσαι θηρίο, σε έχω καταλάβει εγώ... » και τέτοια

η μάνα μου είχε ταραχτεί
με την παρουσία της κυρίας Λ.
και τη βαριά κατάσταση της
λίγο το παρατήρησα εγώ
μα μου το βεβαιώσαν οι γιατροί
κι ύστερα πρόσεξα πως ούτε
καν γυρνούσε να την δει
και ρώταγε πολύ αορίστως
για την  κατάσταση της
φοβόταν βλέπεις φαίνεται
να μην βρεθεί στη θέση της
και ξόρκιζε τον φόβο της
κάνοντας ότι σαν να μην υπάρχει

την τέταρτη μέρα μετά
το εξιτήριο αποβιβάσθηκα
από το λεωφορείο επιστροφής
απ’ τη δουλειά μου
κοντά στην κλινική
όπου και εισήλθα
με τον αέρα βεττεράνου
και μπαίνοντας στον θάλαμο
στης μάνας το κρεββάτι
μια άλλη ξάπλωνε
και άλλη μια από δίπλα
της έκανε παρέα
κι απέναντι κλινη κενή
«πού ΄ναι η κυρία Λ.;» τις ρώτησα
με κοίταζαν με βλέμμα απορημένο
«δεν μια κυρία έτσι κι έτσι εδώ;»
«ρωτήστε», μου απάντησαν
«μέσα στις νοσοκόμες»
μα ήδη εν τω μεταξύ
είχα φτάσει έξω από το
γραφείο προϊσταμένης
γύρισαν και μ΄αντίκρυσαν δυο αδελφές
αναγνωρίζοντας με
«τί κάνετε;», τους λέω,
«είχα τη μάνα μου εδώ,
φύγαμε τέσσερις μέρες πριν, θυμάστε;
Η δίπλα μας; Η κυρία Λ.;»
μετάξυ τους κοιτάχτηκαν
κι ύστερα στρέψαν το κεφάλι προς τα πάνω
με ένα βλέμμα αρνητικό
«χθες ξημερώματα» δήλωσε η μία σοβαρά

αποχαιρέτησα και έφυγα
βγήκα από τον περίβολο του νοσοκομείου
βράδυ προχωρημένο πια
φόρεσα το σακκίδιο
κούμπωσα το σακκάκι μου
κι άρχισα να ανηφορίζω
προς την περιφερειακή
του λόφου οδό
στο σπίτι μου να πάω
...

καλό ταξίδι κυρία Λ.
να ξέρεις ότι εδώ
έχει αρχίσει κι ανεπαίσθητα
μύριζει  λίγο άνοιξη.


1ο δεκαήμερο Μαρτίου 2014, Νοσοκομείο Ν.Ι.Μ.Τ.Σ., Κολωνάκι, Αθήνα




Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Ροζ

Με στολή ροζ ντυμένη
σαν ζαχαρωτό
μπλούζα και παντελόνι
και στα πόδια κόκκινα
από λάστιχο σαμπώ
με κρεμασμένα σε κορδόνι
γυαλιά με πορτοκαλί σκελετό
μικρόσωμη, αεικίνιτη
γκρίζα, κοντά, κομμένα τα μαλλιά
μοιράζει τους δίσκους με ακρίβεια
η ροζ τραπεζοκόμος
και μισή ώρα μετά
γυρνάει τους θαλάμους
τους μαζεύει και αυστηρά επιθεωρεί
και ψάχνει μην τυχόν
έχει βαστήξει κανείς κουταλοπήρουνα
να φάει αργότερα επιδόρπιο
το ζελέ ή το γιαούρτι
ή για το πορτοκάλι το μαχαίρι
και επιπλήττει σοβαρή και διαμαρτύρεται
«τί θα μοιράσω εγώ το απόγευμα
οι άρρωστοι το δείπνο πώς θα φάνε;»
κι έτσι όπως κάθομαι στου κρεββατιού
της μάνας μου τη βάση κι έχω εκεί
το λάπτοπ πρόχειρα ακουμπήσει
το βλέπει και μαλακώνει ξαφνικά
στην οθόνη χαμογελώντας πλησιάζει
και με πολύ χαριτωμένη επαρχίας προφορά
ρωτά – τα μάτια της να λάμπουν:
«Θες να ιδείς του χωριό μ’;
Απάν στα βουνά, στην Ήπειρου
στην Άρτα, μες τα ιέλατα
νερά τα κρούσταλλα
εφτακόσ’ πενήντα μέτρα η πλατεία
χίλια τριακόσ’ μέτρα ου ο Αη Λιάκος
στην κορφή  απάν, σαν τουν παράδεισ’...αχχ!»
Σαστισμένος την κοιτάω κι απαντώ:
«δεν έχω σύνδεση, δεν έχει δίκτυο εδώ...»
Σιωπά για λίγο και μου λέει:
«Δεν πραζ’, καλό νά ‘χεις. Κι πιραστικά στ’ μανούλασ’.»
Κι ύστερα γυρνάει στις άλλες του θαλάμου τις κυρίες:
«Άιντε κουπέλλς, θά ‘ρθου μιτά.»
και φεύγει σβέλτα, πιάνει και σπρώχνει
το τρόλλευ με τους δίσκους
στο βάθος του διαδρόμου
έως το θάλαμο τροφοδοσίας
όπου και μέσα μπαίνει .



6 Απριλίου 2014, Θάλαμος 9, A' παθολογική κλινική, Ιπποκράτειο νοσοκομείο, Αθήνα


Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Μακάριοι οι ελεήμονες

Παρασκευή βράδυ
στα επείγοντα περιστατικά
εφημερεύοντος μεγάλου κεντρικού
νοσοκομείου της Αθήνας
χάος, χαμός και πανικός
δεκάδες άνθρωποι
ασθενείς και συνοδοί
γιατροί, νοσηλευτές
τραυματιοφορείς
προσωπικό ασφαλείας
διοικητικοί υπάλληλοι
φωνές, κακό, τρεχαλητά
άγχος, χτυπούν τα κινητά
διαμαρτυρίες, εκνευρισμός
και σύγχυση, θυμός
άνθρωποι πονεμένοι
άνθρωποι ματωμένοι
άθρωποι σαστισμένοι, φοβισμένοι
έως και κάποιοι μεθυσμένοι
ανάμεσα σε όλο αυτό
το σκηνικό της τρέλλας
να βρίζουν, να φωνάζουν
να βήχουνε, να φτύνουν, να ουρούν
καταμεσής του χώρου
ενώ άλλοι να πίνουνε καφέδες
και παγωμένα τα νερά
και να καπνίζουν στον προθάλαμο
και να γυρνάνε πέρα δώθε
τα φορεία και τα καρότσια
ν΄ανοιγοκλείνουνε οι πόρτες
με αυτοματισμούς
και αριθμοί προτεραιότητας
να φαίνονται, να αλλάζουν σε οθόνες
γλώσσες διάφορες, εξωτικές
να ανακατώνονται οι ήχοι
και όλες να οι φυλές του κόσμου
συμμετέχουν, έχοντας εδώ προστρέξει
για βοήθεια  κι ανακούφιση

Σε μια μεριά, έξω από μια
από τις αίθουσες αναμονής
και κολλητά στον ψευδοτοίχο
σ’ ένα φορείο πάνω
ένας σωρός, ένα μπογαλάκι από σεντόνια
εντύπωση προξενεί και το καλοκοιτάνε
όσοι περνούν, απορημένοι
λίγο πιο προσεκτικά άμα κοιτάξεις
ίσα που ξεμυτίζει ένα κεφάλι
από ένα άνοιγμα
ένα ηλικιωμένο ανθρωπάκι
ένα γεροντάκι μια σταλιά
στα δύο διπλωμένο
ένα κουβαράκι γινωμένο
σα νά ‘τανε μωρό
πρέπει να είναι αυτός
που ώρα τώρα άκουγα
να διαμαρτύρονται διάφοροι
πως είναι σε μια γωνιά δίπλα στην είσοδο
πεσμένος, εκεί αφημένος, ασυνόδευτος
ούτε που μίλαγε, ούτε επικοινωνούσε
μόνο φαινόταν άρρωστος πολύ
«μα επιτέλους, κάντε κάτι» φώναζαν
«τί θέλετε να κάνουμε πια κύριε;»
απαντούσαν νοσοκόμοι και γιατροί
μέχρι που μάλλον αναγκάστηκαν
από την κατακραυγή να τόνε δούνε και
να του παρέχουν κάποια αρχική βοήθεια
και ύστερα τον άφησαν εκεί
για τα όποια περαιτέρω
μέχρι να έρθει η σειρά του – ποιά σειρά;
και να κοπάσει η καταιγίδα
και το μικρό το κεφαλάκι του
σημάδι ίσως κάποιας έκπτωσης νοητικής
με τζίβα τα μαλλιά, θαμνώδη
και δασύτριχα τα φρύδια
και μία μύτη πλακουτσή
ήτανε όλα όσα φαίνονταν
ξαπλωμένος εκεί, γέροντας, ανήμπορος
μάλλον λίγο καθυστερημένος
αβοήθητος και μόνος...

Γιατί, τόσος, γιατί
Κύριε πόνος;


....
Υστερόγραφο:
έφυγα ξημερώματα
και ξαναγύρισα τ΄άλλο πρωί
Νά ‘ταν αυτός; Αυτός ήτανε μάλλον...
έξω από ένα θάλαμο νοσηλείας
πάνω σ΄ένα καροτσάκι καθιστός
να τρώει με βουλιμία, ηδονικά
παρ' ότι χωρίς δόντια εντελώς
από ένα δίσκο πρωινό
και οι αδελφές που μπαινοβγαίνανε
να τον βοηθάνε και να του αλείφουνε
με βούτυρο τις φρυγανιές
ρωτόντας τον αν  προτιμάει
βερύκοκο ή κεράσι μαρμελάδα.

Θεέ μου βόηθα
και Άνθρωπε ελέησον,
αμήν!


5 Απριλίου '014, θάλαμος Α9 - Α' Παθολογικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, Αθήνα



Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Χαμένος

Έχασε ξανά την αίσθηση του χρόνου και του χρόνου
βρέθηκε πάλι εκτός τόπου και τόπου
και βάλθηκε να πλέει άλλη μια φορά
εντός ενός κόσμου αχρόνου
όπου πάλευε μάταια να βρει
τη λύση ενός προβλήματος ατόπου. 


Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Δίπλα στη θάλασσα

Τελευταία όλο χάνω
το κουράγιο, την πίστη μου
και νοιώθω δεν έχω
πού να πιαστώ

σκέψεις απαίσιες
κάνω όλο και μάβρες
και λογαριάζω
μήπως να κρεμαστώ

μα ύστερα βγάζεις
του μαγιώ σου το πάνω
και δίπλα στη θάλασσα
καθώς ρεμβάζεις
ξεχνιέμαι και όλο
κοιτάζω απ' το πλάι
με χάρι που κρέμεται
τον όμορφο σου μαστό.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Ενσυνειδήτως

Είν' ώρες που νομίζει
ότι  βαίνει
ότι κλίνει
προς την ποίηση
έτσι απλά
(σχεδόν ευτυχισμένα)
χωρίς αιδώ
μα ούτε και οίηση
μα ύστερα επέρχεται
σκληρή
σκληρότατη
η συνειδητοποίηση
πως όλα όσα γράφει
μα και όσα είναι εν γένει
αποτελούν μία φαιδρή
φαιδρότατη
εκποίηση.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Πλησίον της οδού Ιπποκράτους

Στον κοντινό λόφο
ή στα παρκάκια
ή μπορεί ακόμα
στις αυλές, στις βεράντες
και σε όποιαν άλλη
κοιτίδα πρασίνου
στο άψυχο ανάμεσα τσιμέντο
καταφύγια φαίνεται βρίσκουν
τα πουλάκια που ξεκίνησαν
αξημέρωτα ακόμα
τόσο γλυκά
μελωδικά να κελαηδούν

εάλω η πόλις
και ήρθεν πάλι και φέτος
πανίσχυρη η Άνοιξη.


Εικοσιτέσσερις Μαρτίου Δύο Χιλιάδες Δεκατέσσερα (παραμονή του Ευαγγελισμού)